Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Miguel Maldonado: '420 xτυπήματα: Το Βιβλίο των Ωρών' / '420 golpes. Libro de horas'

Το βιβλίο είναι δίγλωσσο (Ισπανικά/Ελληνικά) και κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στον πολιτιστικό χώρο ΕΝΕΚΕΝ,  Προξ.Κορομηλά 37

Έγινε την Τετάρτη 16/1/2019 στο χώρο πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, Προξ.Κορομηλά 37, η παρουσίαση του βιβλίου του Μεξικανού συγγραφέα Μιγέλ Μαλδονάδο '420 χτυπήματα: το βιβλίο των ωρών', που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ σε μετάφραση από τα Ισπανικά του Θανάση Ράπτη.

Το βιβλίο παρουσίασαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μεταφραστής και η δημοσιογράφος Βαλεντίνη Παπαγεωργίου.

Ο μεταφραστής του βιβλίου Θανάσης Ράπτης μίλησε για τον συγγραφέα και για τη διαδικασία της μετάφρασης.

Την παρουσίαση συντόνισε ο εκδότης του ΕΝΕΚΕΝ Γιώργος Γιαννόπουλος.





Ο Μιγέλ Μαλδονάδο (Πουέμπλα, Μεξικό, 1976) έχει εκδώσει τα βιβλία:
'Poesia Magia Corriente' (2004), 'La carne propia' (2006), 'Ciudadela' (2008), 'Los buenos oficios' (2010), 'S'attarder aux details' (Ανθολογία, Canada 2011), 'Una gota' (Tokio 2012), 'Lobos' (2012), '420 golpes' (2012), 'Octavio Paz.Hommage et profanation' (2014), 'El libro de los oficios tristes' (2015) 'Bestiario' (2015), 'Detenimiento' (Ηχητικό βιβλίο 2015), 'Al circo' (2016).
Κείμενά του επίσης έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες Μεξικάνικης ποίησης στα Γερμανικά, Πορτογαλικά και Αραβικά.
Χρημάτισε διπλωμάτης ως πολιτιστικός ακόλουθος του Μεξικού στην Κένυα, διευθυντής σύνταξης του περιοδικού Ρεβουέλτα και τώρα είναι διευθυντής του περιοδικού UNI.

Ο Μιγέλ Μαλδονάδο έλαβε το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Ποίησης 'Gutierre de Cetina' το 2006 και το Εθνικό Βραβείο Ποίησης 'Joaquin Xirau' το 2016.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο τίτλος 420 χτυπήματα έχει διάφορες αναφορές, η πιο σημαντική –μαζί με τα 400 χτυπήματα του Τρυφώ- είναι το ότι όλα τα ποιήματα έχουν γραφτεί με 420 χαρακτήρες -'χτυπήματα', όπως λεγόταν στη δακτυλογραφία-. Αυτές οι διαστάσεις ανταποκρίνονταν στο όριο που επέτρεπε το κοινωνικό δίκτυο Facebook, που σημειωτέον σήμερα έχει αυξηθεί.

Εκτός του ότι είναι μια άσκηση για το χώρο και τις δυνατότητες μέσα στα όρια που βάζει, είναι επίσης και ένας στοχασμός για τον ημερολογιακό χρόνο: Το βιβλίο των ωρών. Μετρημένοι και περιορισμένοι, ο χρόνος και ο χώρος, απελευθερώνονται μέσα από τη φαντασία. Η δοκιμασία της ελευθερίας μέσα στα όρια: ελευθερία υπό όρους.


Δύο μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο:


Είναι Κυριακή. Στην πλειονότητά τους οι ποιητές τις σιχαίνονται τις Κυριακές. Δεν αντέχουν σαν έρημα κουρέλια να ανακατεύουν τα χαρτιά και την σκόνη, στο ίδιο μέρος που μια γυναίκα μεσοβδόμαδα τους επιδεικνύει τους αστραγάλους της. Τα κλειστά μαγαζιά την Κυριακή τους φαίνονται ως μια αποχή γεμάτη υποκρισία. Είναι ψέμα, μεταμφιέζουν την οδύνη τους με εγκεφαλικές φράσεις: Αυτό που πονάει είναι η έλλειψη της εγγύτητας προς τον άλλον. Η διάθεσή τους μοιάζει με το δρόμο ενός καρναβαλιού το μεσημέρι της επόμενης μέρας.

.................................................................................................................................................................

Λεπτά. Επίσης υπάρχει και το χορτάρι και δυο που ξαπλώνουν και μπερδεύονται τα εφηβαία τους και πρασινίζουν από το χορτάρι τα εφηβαία τους, κλειδώνουν τα εφηβαία τους. Το χαμόγελο στον ήλιο. Η σοφή αποδοχή. Η συνείδηση της όμορφης στιγμής. Η ματιά της που μοιράζεται μια κατανόηση, μια στιγμή απόλυτης συνάφειας, συνενοχής την στιγμή της πληρότητας, που λέει ότι καταλαμβάνει ένα μόνο μέρος στην αλληλουχία. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, πανευτυχείς, στην περιοχή του εφηβαίου.




Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

2018 - Διαδικτυακό περιοδικό 'Ιστορίες Μπoνζάι': Miguel Maldonado: 'Το πιο σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο…'



El cuento más corto del mundo termina antes de "muy felices". Termina diciendo "y vivieron". Suficiente, quizás sólo se trata de eso, vivir.

Το πιο σύντομο διήγημα στον κόσμο τελειώνει πριν από το “πολύ ευτυχισμένοι”. Τελειώνει λέγοντας “και ζήσανε”. Αρκεί, ίσως αφορά μόνο αυτό, τη ζωή.

*

Los cuentos más cortos del mundo no pueden tener finales felices. No caben en tanta felicidad. A lo mucho, pueden gozar de pequeñas dichas.

Τα πιο σύντομα διηγήματα στον κόσμο δε μπορούν να έχουν αίσιο τέλος. Δε χωρούν σε τόση ευτυχία. Το πολύ πολύ, μπορούν να απολαμβάνουν μικρές ευδαιμονίες.

                                                                          *

El cuento más corto del mundo cabe en una nuez. Sin embargo lo dice todo: la ternura a cuenta gotas, el dolor a pizcas, y la dicha en gramo.

Το πιο σύντομο διήγημα στον κόσμο χωράει σε ένα καρύδι. Όμως λέει τα πάντα: μια σταλιά τρυφερότητα, ο πόνος με το σταγονόμετρο, η ευδαιμονία με το γραμμάριο.

                                                                           *

El cuento más corto del mundo pudiera haber sido éste de no haberse alargado explicando que habría podido ser el cuento más corto del mundo.

Το πιο σύντομο διήγημα στον κόσμο θα μπορούσε να είναι αυτό που δεν επεκτάθηκε στο
να εξηγήσει ότι θα μπορούσε να είναι το πιο σύντομο διήγημα στον κόσμο

                                                                            *

El más corto de los cuentos es anónimo; el segundo, sólo trae las siglas del autor. Los de nombre y apellido, lo sabemos, cometen un exceso.

Το πιο σύντομο από τα διηγήματα είναι ανώνυμο: το δεύτερο πιο σύντομο, φέρει μόνο τα αρχικά του δημιουργού. Αυτά με όνομα και επώνυμο, το γνωρίζουμε, αποτελούν υπερβολή.

                                                                             *

Para que sea este el más corto de los cuentos no habría de explicarse qué hacer para que lo sea, tampoco explicar que no debía explicarse...

Για να είναι αυτό το πιο σύντομο από τα διηγήματα δε θα 'πρεπε να εξηγεί τί πρέπει να κάνει για να είναι, ούτε να εξηγεί ότι δεν όφειλε να εξηγεί...

                                                                               *

Los cuentos cortos también tienen una manzana envenenada, pero no hay espacio para morderla; y así acaba el cuento, dejándonos con las ganas

Τα σύντομα διηγήματα έχουν κι ένα δηλητηριασμένο μήλο, αλλά δεν υπάρχει χώρος για να το δαγκώσεις: Κι έτσι τελειώνει το διήγημα, αφήνοντάς μας με την όρεξη.

                                                                                *

El cuento más corto lleva el cuento en el título, se titula: "No pierdan tiempo, bésala y corran antes de que inicie el cuento y los separe"

Το πιο σύντομο διήγημα φέρει το διήγημα στον τίτλο, ονομάζεται: "Μη χάνετε χρόνο, φίλησέ τη και τρέξτε πριν αρχίσει το διήγημα και σας χωρίσει"

                                                                                 *

En efecto, sí, hay besos largos en los cuentos cortos, duran más si ahorran espacio: sólo una lengua entra, un diente muerde, manos quietas.

Στην πραγματικότητα, ναι, υπάρχουν εκτενή φιλιά στα σύντομα διηγήματα, διαρκούν πιο πολύ αν εξοικονομούν χώρο: Μόνο μια γλώσσα μπαίνει, ένα δόντι δαγκώνει, τα χέρια παραμένουν ήσυχα.

                                                                                   *

Ο Miguel Maldonado (Μιγέλ Μαλνδονάδο) (PueblaMexico, 1975) είναι καθηγητής στις Πολιτικές Επιστήμες σε διάφορα Πανεπιστήμια. Έχει λάβει το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Ποίησης ‘Gutierre de Cetina’ το 2006 και το Βραβείο Ποίησης ‘Joaquín Xirau Icaza’ το 2016.
Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζουν: (2004) Poesía Magia Corriente , (2006) La carne propia, (2008) Ciudadela, (2010) Los buenos oficios, (2012), 420 Golpes : Libro de Horas, (2014), Octavio Paz. Hommage et profanation, (2015) Bestiario και (2016) El libro de los oficios tristes.
Ο ποιητής μεταφράζεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά. Σύντομα θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα ένα από τα βιβλία του, σε δική μου μετάφραση από τα Ισπανικά.
Εδώ παρουσιάζεται μια μικρή επιλογή από τις αναρτήσεις του ποιητή στην σελίδα του @Migrerias στο twitter ως μέρος της ενότητας “ Τα πιο σύντομα διηγήματα στον κόσμο”. Διάσπαρτες σκέψεις που ασφυκτιούν αλλά και καταφέρνουν να ανθίσουν στον «στενό κορσέ» της εφαρμογής με ανώτατο όριο τους 140 χαρακτήρες.


Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Adela Fernández: 'Το κλουβί της θείας Ενεντίνας' (Από την συλλογή διηγημάτων με τίτλο 'DUERMEVELAS') και 'Η ασαφής γαλακτική οδός' (Από την συλλογή διηγημάτων με τίτλο 'VAGO ESPINAZO DE LA NOCHE') Μετάφραση από τα Ισπανικά



ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΝΕΝΤΙΝΑ

 Από τότε που ήμουν οχτώ χρονών με έστελναν να πάω φαγητό στη θεία μου την Ενεντίνα, την τρελή. Σύμφωνα με τη μάνα μου τρελάθηκε από τη μοναξιά. Η θεία Ενεντίνα ζούσε στο δωμάτιο υπηρεσίας που βρίσκεται στην άκρη της πίσω αυλής. Καθώς θεωρούσαν δεδομένο ότι θα πήγαινα εγώ τα φαγητά, κανένας δεν την επισκέφτηκε ξανά, ούτε καν είχαν καμιά περιέργεια γι αυτήν. Επιπλέον έριχνα την τροφή και στις κότες και στα γουρούνια. Για τα ζώα, ναι με ρωτούσαν, και μάλιστα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ήταν σημαντικό γι αυτούς να ξέρουν αν πάχαιναν, ενώ αντιθέτως κανείς δεν ενδιαφερόταν αν η θεία Ενεντίνα σιγά σιγά έλιωνε.

Έτσι είχαν τα πράγματα, έτσι ήταν πάντα, έτσι εγώ έγινα άντρας, έχοντας καθημερινό καθήκον να πηγαίνω την τροφή στα ζώα και στη θεία.

Τώρα είμαι δεκαεννιά χρονών και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η θεία δεν αρέσει σε κανέναν. Το ίδιο κι εγώ γιατί είμαι νέγρος. Η μάνα μου ποτέ δε μου έχει δώσει ένα φιλί και ο πατέρας μου αρνείται ότι είμαι δικό του παιδί. Η Γκογίτα, η γριά μαγείρισσα, είναι η μόνη που μιλάει μαζί μου. Αυτή μου λέει ότι το δέρμα μου είναι μαύρο γιατί γεννήθηκα εκείνη τη μέρα που είχε έκλειψη, τότε που όλα σκοτείνιασαν και τα σκυλιά αλυχτούσαν. Από αυτή έμαθα να κατανοώ το λόγο που δεν αρέσω. Σκέφτονται ότι όπως και με την  έκλειψη, έτσι κι εγώ θα γίνω η αιτία που θα εξαφανιστεί το φως από τους ανθρώπους. Η Γκογίτα είναι ανοιχτή, ομιλητική και μου διηγείται πολλές ιστορίες, ανάμεσα σ' αυτές και πώς έγινε και αποτρελάθηκε η θεία μου η Ενεντίνα.

Λέει ότι ήταν έτοιμη να παντρευτεί και την παραμονή του γάμου της ένας άντρας βρώμικος και ρακένδυτος χτύπησε την πόρτα της και τη ζήτησε. Τη διαβεβαίωσε ότι ο μνηστήρας της δε θα παρουσιαζόταν στην εκκλησία και θα έμενε για πάντα ανύπαντρη. Συμπονώντας την για το μέλλον που της προδιαγραφόταν της έκανε δώρο ένα τεράστιο κλουβί από σύρμα για να παρηγοριέται στα γεράματά της φροντίζοντας καναρίνια. Ποτέ δεν έγινε γνωστό αν εκείνος ο άντρας, που έφυγε χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, ήταν σταλμένος από το Θεό ή το Διάβολο.

Όπως πρόβλεψε εκείνος ο ξένος, χωρίς καμιά εξήγηση η υπόσχεση για σύναψη γάμου εγκαταλείφθηκε και η θεία μου η Ενεντίνα,ζώντας στην αβεβαιότητα και την άσκοπη προσμονή, τρελάθηκε από τη μοναξιά. Η  Γκογίτα μου λέει πως έτσι συνέβησαν τα πράγματα και κατά πάσα πιθανότητα πράγματι έτσι έγιναν. Η θεία Ενεντίνα ζει με το κλουβί της και έχοντας ένα όνειρο: να πάρει ένα καναρίνι. Κάθε φορά που πηγαίνω να τη δω είναι το μόνο που μου ζητάει και όλα αυτά τα χρόνια δεν έχω καταφέρει να της το πάω. Στο σπίτι δε μου δίνουν λεφτά. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού που πουλάει πουλιά στην πλατεία δε θέλει να μου δώσει ένα δώρο και τη μέρα που έκλεψα το πουλί της Δόνια Ρουπέρτα, παρά λίγο να μου κοστίσει τη ζωή. Το έκρυψα σε ένα κουτί από παπούτσια, με ανακάλυψαν, άρχισαν να με χτυπάνε και με ανάγκασαν να το γυρίσω πίσω.

Η αλήθεια είναι ότι με στενοχωρεί πολύ η θεία και καθώς δεν έχω καταφέρει να της φέρω καναρίνι, αποφάσισα να της φερθώ τρυφερά. Μπήκα στο δωμάτιο..., αυτή, συνηθισμένη στο σκοτάδι, πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η επιδεξιότητά της να κρύβεται μου φάνηκε γοητευτική. Μετά βίας μπορούσα να την ξεχωρίσω, τη μια ανέβαινε στα έπιπλα, την άλλη σκαρφάλωνε σε μια στίβα εφημερίδες. Έμοιαζε με γκρι ποντικό έτσι που μπερδευόταν μέσα σ' ένα χαμό από πεταγμένα αντικείμενα. Ανέβαινε πάνω στο κλουβί και ταλαντευόταν με τρόπο που σου προκαλούσε θλίψη. Έμοιαζε μ' αυτές τις μεγάλες αράχνες με το μικρούλικο σώμα και τα τεράστια, εύθραυστα πόδια.

Ψάχνοντας στα τυφλά, ανάμεσα σε πηγαινέλα και περδικλώματα, άρχισα να την πλησιάζω. Πόσο δύσκολο ήταν να την παγιδέψω. Ήταν βρώμικη και έζεχνε. Το πρόσωπό της έμοιαζε καταπληκτικά με την εικόνα της Σάντα Λεπρόσα δε λα Καπίγια δε Σαν Λάζαρο: κοκαλιάρα, σαν πτώμα, με ένα Θεό μέσα της που σε κέρδιζε με το πόσο ταιριαστά ήταν. Δε μου ήταν εύκολο να της κάνω έρωτα.

Με έμπλεξε στις κλωστίτσες του φουστανιού της από οργάντζα, αλλά τα κανόνισε μια χαρά για να βρεθώ μαζί της. Κι όλα αυτά αντί ενός καναρινιού, που παρά την υπόσχεσή μου, δε μπορούσα να της το χαρίσω.

Μετά από αυτές τις οικειότητες, κάθε φορά που έφερνα την τροφή της, έβγαζε το χέρι με τα μακρυά νύχια αναζητώντας την επαφή μαζί μου. Έφτασα σε σημείο να κάνω διείσδυση πολλές φορές, αλλά αυτό άρχισε να μ' ενοχλεί. Η θεία Ενεντίνα μου προκαλούσε πόνο, έχωνε τα νύχια της στο δέρμα μου, με δάγκωνε και τα κοφτερά και μυτερά της κόκαλα βυθίζονταν στη σάρκα μου. Έτσι αποφάσισα να ψάξω να βρω τον τρόπο για να της δώσω ένα καναρίνι, όσο κι αν μου κόστιζε αυτό.

Έχουν περάσει πια τρεις μήνες που δεν έχω μπει στο δωμάτιό της. Της μιλάω για την υπόσχεσή μου κι αυτή γελάει σαν ποντικάκι, της φεύγουν τα σάλια και πηδάει από δω και από κει. Μου ζητάει τροφή πουλιών. Μάλλον θέλει να σιγουρέψει την τροφή για το καναρίνι που της υποσχέθηκα. Κάθε  μέρα της φέρνω λίγη από αυτή που αγοράζει η Γκογίτα για την καρδερίνα της.

Έχει περάσει ένας χρόνος και βάλε κι αυτό με το καναρίνι φαντάζει αδύνατο. Με πονάει που της μεταφέρω τέτοια απογοήτευση, ούτε θέλω όμως να κάνω ξανά έρωτα μαζί της. Αντί για τις τρυφερότητες και το καναρίνι, της πρότεινα την καρδερίνα της Γκογίτα. Χοροπηδάει, γελάει, κουνάει αρνητικά το κεφάλι. Φαίνεται να μη θέλει πια πουλί, όμως επιμένει στις καθημερινές χούφτες με την τροφή πουλιών που της φέρνω. Έτσι είναι η τρέλα της, το χρυσό χρώμα των σπόρων φαίνεται να της δίνει χαρά.

Ένιωσα πολύ μόνος, τόσο που αποφάσισα να ξαναμπώ στο σκοτεινό δωμάτιο της θείας Ενεντίνα. Από εκείνες τις μέρες που της έκανα έρωτα, έχουν περάσει πια δυο χρόνια. Πρόσεξα ότι είναι πιο ήρεμη, μπορώ να πω ότι ζει σε μια γαλήνη. Σκέφτηκα πως πλέον δε θα με γρατζουνίσει. Γι αυτό μπήκα εξ αιτίας της μοναξιάς μου και επειδή πρόσεξα πως ήταν ήπια.

Μέσα πλέον στο δωμάτιο, θέλησα να της κάνω έρωτα αλλά αυτή σκαρφάλωσε στο κλουβί. Παρασυρμένος από την όρεξή μου για τρυφερότητες, περίμενα αρκετά, χρόνος που ήταν αναγκαίος για να συνηθίσω το λίγο φως. Τότε ήταν που μέσα στο κλουβί μπόρεσα να δω δυο μωράκια δίδυμα, αδύνατα και αλμπίνους. Η θεία Ενεντίνα τα κανάκευε με τρυφερότητα και ευτυχισμένη τους έδινε, σαν πουλάκια, την μικροσκοπική τροφή.

Τα παιδιά μου, λεπτούλικα, άβουλα, έτρωγαν την τροφή των πουλιών και κελαηδούσαν.

Adela Fernandez
(Από την συλλογή διηγημάτων με τίτλο 'DUERMEVELAS')



Η ΑΣΑΦΗΣ ΓΑΛΑΚΤΙΚΗ ΟΔΟΣ
  
Στην αρχή δεν ήθελα να το κάνω αλλά παρασύρθηκα από την ιδέα. Η συμφωνία για την αυτοκτονία προέκυψε στο ορφανοτροφείο, όταν ο Δον Σατουρνίνο, ο επόπτης, μας τιμώρησε καταβρέχοντάς μας με κρύο νερό με μια μάνικα. Μας άφησε ολόγυμνους στο δωμάτιο να στεγνώνουμε κάτω από το θανατερό φως ενός φεγγαριού που έφθινε. Ήμασταν εκεί για ώρες, κουρασμένοι από το τρεμούλιασμα και αηδιασμένοι από τη βρώμα που μας ερχόταν από το χοιροστάσιο, όπου αγωνιούσε ένα γουρούνι. Εξ αιτίας της γύμνιας, του κρύου που μας έκαιγε, της ομίχλης που τα έκανε όλα πιο λυπητερά και του ζώου που στρίγκλιζε, νιώσαμε πιο ορφανά από ποτέ.

Είχαμε βάλει αλάτι στις ζαχαριέρες των δασκάλων και σε όλους εμάς τους τιμωρημένους φάνηκε ότι αυτή η γελοία σκανδαλιά δεν άξιζε μια τόσο σκληρή τιμωρία. Στις τέσσερις το πρωί μπήκαμε στο υπνοδωμάτιο και ανάμεσα σε κλαψουρίσματα και λυσσαλέα γέλια στίβαμε το μυαλό μας να βρούμε τί εκδίκηση θα πάρουμε. Ο Ιγνάσιο, ο μεγαλύτερος απ' όλους μας, ο 'μεγάλος' των 11 χρόνων, μας έπεισε πως το καλύτερο ήταν να πεθάνουμε, να αυτοκτονήσουμε για να κουβαλάει ο Δον Σατουρνίνο το κρίμα αυτής της ομαδικής αυτοκτονίας για όλη του τη ζωή.

Ο Ιγνάσιο ήταν γιος ενός πρακτικού θεραπευτή και ανιψιός ενός πνευματιστή και είχαμε τη βεβαιότητα ότι είχε την επαφή με το υπερπέραν και την γνώση για τους ευθείς δρόμους του θανάτου, έτσι κάναμε όλα όσα μας είπε ότι ήταν αναγκαία. Μας προέτρεψε να  παρακαλέσουμε τη Μοίρα, λέγοντας προσευχές σε μια περίεργη γλώσσα, για να μη καταλήξουμε θλιμμένα εκτοπλάσματα κολλημένα στη γη, αλλά αγνά πνεύματα, φωτισμένα και υψηλά. Με λέξεις τέλεια περιγραφικές μας σκιαγράφησε την ασαφή Γαλακτική Οδό που αποτελείται από σκόνη φωτός και αρμονικούς αστερισμούς. Ήταν εύκολο να φανταστούμε αυτή την τεράστια και φωτεινή ραχοκοκαλιά να λάμπει στη μαυρίλα του νυκτερινού ουράνιου θόλου. Μας υποσχέθηκε ότι θα ανεβούμε στο Θεό από αυτή. Θα ξεκινούσαμε αυτό το θανατερό ταξίδι από τον κόκκυγα και θα πηγαίναμε σκαρφαλώνοντας από τους σπονδύλους που θα μας αποκάλυπταν μυστήρια πέρα από κάθε φαντασία.

Φτάνοντας στον τράχηλο θα μπορούσαμε να μπούμε στο κεφάλι του Θεού. Έτσι μας είπε. Σε όλους εμάς φάνηκε ότι θα ήταν μια συναρπαστική περιπέτεια και με υπακοή και αφοσίωση συνεχίσαμε τις εντολές του  Ιγνάσιο. Για οχτώ νύχτες, οι πέντε σύντροφοι πιασμένοι από τα χέρια και με τα μάτια κλειστά, προσευχόμασταν λέγοντας τις ενδεδειγμένες προσευχές. Φτάνοντας στην ένατη μέρα συνάψαμε τελετουργικά την συμφωνία. Ο Ιγνάσιο έδωσε στον καθένα από μας για να μασήσει πέντε μπαλίτσες μεσκαλίνα και μετά μπήκαμε στο εργαστήριο για να κλέψουμε τέσσερα μπουκαλάκια αιθέρα και τον ήπιαμε με μεγάλες γουλιές.

Παρά τους εμετούς, η επίδραση ήταν άμεση. Θυμάμαι τις αναγούλες, τη ζάλη και την απαίσια όψη: η τεράστια ραχοκοκαλιά έπλεε μέσα στο σύμπαν, φωτισμένη από τα δικά της ουράνια σώματα.
Εκεί βρισκόμασταν όλοι και σκαρφαλώναμε στους πρώτους σπονδύλους, καταβάλλοντας προσπάθεια να μη πέσουμε, μέσα σ' αυτή την παχύρρευστη φωταψία. Ξαφνικά ο φόβος με παρέλυσε και ενώ οι σύντροφοί μου σκαρφάλωναν προς το κεφάλι ψάχνοντας την υπερφυσική νοημοσύνη, εγώ, παρασυρμένος από μια καταραμένη δύναμη, σύρθηκα προς το κέντρο της ραχοκοκαλιάς προς την ουρά, μια ζώνη γεμάτη με μικρά κομματάκια που κινούνταν ανεξέλεγκτα. Δεν ξέρω για πόσες ώρες κατέβαινα μέσα από τα κόκαλα αναπνέοντας κύματα αέρα που έκοβε σα διαμάντι και αιμορραγώντας από το στόμα και τη μύτη. Η γεμάτη αρμονία φωτεινότητα και οι ανταύγειες της βρισκόταν πολύ μακρυά μου και εγώ, μόνος, βρέθηκα παγιδευμένος στον τελευταίο σπόνδυλο του κόκκυγα, εκεί όπου βρίσκονται οι συμφορές, το κακό και η αμηχανία. Παγιδευμένος στον τρόμο βρέθηκα ανάμεσα στα απομεινάρια του χάους, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να ξεφύγω από αυτό και χωρίς να καταλαβαίνω γιατί δεν κατάφερα να σκαρφαλώσω.
Όταν ξύπνησα στο αναρρωτήριο δεν ένιωσα καμία ανακούφιση γιατί το το πιο ουσιώδες κομμάτι μου είχε μείνει σ' εκείνη την κοσμική φυλακή. Οι φίλοι μου είχαν πεθάνει και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι κατάφεραν να φτάσουν στο κεφάλι του Θεού. Έχουν περάσει επτά χρόνια από τότε που έφυγαν κι εγώ έχω επιζήσει χωρίς να είμαι ευχαριστημένος με την πραγματικότητα και παράλληλα νιώθω εξευτελισμένος από το Θάνατο που μυστηριωδώς με απέπεμψε.

Παραμένω στη ζωή, έχοντας μεγαλώσει και όντας περιορισμένος στο ίδρυμα, μ' αυτή την αίσθηση ότι το κεφάλι μου φουσκώνει κάθε φορά και περισσότερο, βουϊζει και γεμίζει με παχύρρευστα υγρά, όπου επιπλέουν ή βυθίζονται τα άστρα του κακού και των βασάνων. Από το γεγονός ότι έμεινα να περιπλανιέμαι στην κατώτερη ζώνη του σκελετού του σύμπαντος και από το ότι έχασα την ικανότητα να μιλάω, όλοι υποθέτουν ότι είμαι ηλίθιος. Αυτό φαίνεται να σκέφτεται ο Δον Σατουρνίνο κάθε φορά που τον κοιτάζω προσεκτικά. Το θέμα είναι ότι κάθε φορά που παρατηρώ πόσο τον γονάτισαν οι ευθύνες του και πώς ζει με τον φόβο των φαντασμάτων, έτσι όπως το σχεδιάσαμε, εκπλήσσομαι και θα ήθελα να τον ρωτήσω τί πραγματικά συμβαίνει στη συνείδησή του. Ξέρω ότι κάτι τον βαραίνει, αν και κάθε φορά που αναφέρεται στο γεγονός λέει ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια παιδική δειλία.

Κανείς δε φαντάζεται πόσο υποφέρω και πόσο προσπαθώ να βγω από αυτή την αστρική κοιλότητα.
Με ένα μείγμα λύπης και απέχθειας με αποκαλούν Ηλίθιο και με προορίζουν μόνο για το σκούπισμα των δωματίων. Συμμορφώνομαι και υπομένω τη ρουτίνα της μιας μέρας που διαδέχεται την άλλη, ενώ το πνεύμα μου που έχει εγκατασταθεί στην ασαφή Γαλακτική Οδό παλεύει κόντρα στις συμφορές, επιθυμώντας διακαώς κάποια μέρα να εξαφανιστούν. Ξέρω ότι όταν καταφέρω να διαχειριστώ το δικό μου χάος, θα βγω από την ουρά και ... σπόνδυλο τον σπόνδυλο θα ανέβω, θα έχω πρόσβαση στη ζώνη της φωτεινής σκόνης και όπως έκαναν οι φίλοι μου θα μπορέσω να εισχωρήσω στο θεϊκό, αστρικό κεφάλι του Καλού και της κοσμικής Νοημοσύνης. Αυτή συνεχίζει να είναι η μοναδική μου επιθυμία: να φτάσω στο Θεό. Αυτό σκέφτομαι όταν σκουπίζω και αυτό ονειρεύομαι όταν κοιμάμαι.

Adela Fernandez
(Από την συλλογή διηγημάτων με τίτλο 'VAGO ESPINAZO DE LA NOCHE')



Adela Fernández: 'Ο σκιερός άνθρωπος' (Από την συλλογή διηγημάτων με τίτλο 'DUERMEVELAS') Μετάφραση από τα Ισπανικά

Ο Οσέας είχε την ατυχία να γεννηθεί φορτωμένος με σκιές, κάτω από την επήρεια ενός άστρου που είχε πια πεθάνει. Η μάνα του, όσο τον μεγάλωνε, δε μπορούσε να αποφύγει την απέχθεια που ένιωθε σε κάθε επαφή που είχε με κάποιον σαν αυτόν, που ήταν χτυπημένος από τη μοίρα. “Αυτό το παιδί -μονολογούσε- κουβαλάει ένα φορτίο από ατυχίες” και παρακαλούσε το Θεό να το λυτρώσει απ' αυτό το μαύρο ριζικό.

Από τη γέννησή του ακόμα ο Οσέας έφερε την κακοτυχία στο σπίτι. Ο πατέρας του καταστράφηκε όταν έσκασε ο λέβητας της μηχανής ατμού. Σκοτώθηκαν αρκετοί υπάλληλοι και πελάτες. Και η τραγωδία ήταν τόσο μεγάλη, που ποτέ πια δεν μπόρεσε να ξαναστήσει την επιχείρηση. Τότε το παιδί ήταν μόλις 7 μηνών.

Πέρασε ο καιρός και λόγω της οικονομικής δυσπραγίας οι σχέσεις στην οικογένεια δυσκόλεψαν. Το ζευγάρι μάλωνε για τα πάντα και για το τίποτα. Ο πατέρας αναζήτησε την παρηγοριά και τη χαρά σε άλλη γυναίκα και σιγά σιγά εγκατέλειψε το σπίτι, ώσπου πήρε μαζί του και τον Μαρσέλο, το μεγάλο του γυο. Αυτός μάλιστα, είχε τυχερό άστρο και το χαιρόταν να τον έχει δίπλα του. Αντίθετα με τον Οσέας, που με το ένστικτο της ζωής και της αυτοσυντήρησης, ο κόσμος μόνο που τον έβλεπε έτρεχε να κρυφτεί.
Η μόνη που συνέχισε να είναι προσκολλημένη σ' αυτόν ήταν η Χιλμπέρτα, κινούμενη από τους νόμους της μητρότητας, που την ωθούσαν να προστατεύει αυτό που βλάστησε μέσα στα ίδια της τα σπλάχνα. Το παιδί, συνεχώς άρρωστο, απαιτούσε υπερβολική φροντίδα. Υπέφερε από συκώτι, από μια πάθηση στο αίμα, από μια καταστρεπτική αναιμία και από αρρυθμίες της καρδιάς. Ο Οσέας έβγαινε από τη μια συμφορά για να μπει στην άλλη και δεν υπήρχε ελπίδα ούτε για υγεία ούτε για θάνατο. Για να ανταπεξέλθει στα έξοδα για τους γιατρούς και τα φάρμακα, η μάνα στράφηκε στην πορνεία.

Για όλες τις γυναίκες που δούλευαν στο επαρχιακό μπουρδέλο η ζωή ήταν εύκολη και αποδοτική, όχι όμως και για την Χιλμπέρτα, που οι άντρες την απέφευγαν, καθώς γνώριζαν τις φήμες για το σκιερό παιδί που είχε γεννήσει. Λεγόταν ότι ζώντας μαζί του διέδιδε την κακοτυχία.
Αν κατόρθωνε να συντηρείται από αυτή την αθέμιτη δουλειά, ήταν χάρη στους ξένους που μη ξέροντας τίποτα, πλήρωναν για την ηδονή που πρόσφερε το κορμί της.

Μια περίοδο προσβλήθηκε από σύφιλη και η αναιμική οικονομική της κατάσταση κατέρρευσε τελείως. Για περισσότερα από δύο χρόνια υποστηρίχτηκε από την ελεημοσύνη που της πρόσφεραν οι συναδέλφισές της, κι όταν ο Οσέας έμεινε παράλυτος από μια εμβολή, η Χιλμπέρτα τον εξέθετε στα σκαλοπάτια του αιθρίου της εκκλησίας και με την συμπόνια του κόσμου κατάφερνε μέρα με τη μέρα να παίρνει μια πενιχρή ελεημοσύνη.

Μια μέρα η Λεωνόρα, η μαμή, έστειλε να την καλέσουν και την συμβούλεψε να ξεφορτωθεί το παιδί, να το πάει στις καρμελίτες μοναχές, που φρόντιζαν τα παιδιά στο ορφανοτροφείο του Σαν Λιουίς δε λα Κρους. “Εκεί θα είναι κάτω από την προστασία του Θεού -της είπε- και ίσως ο Κύριός μας το συμπονέσει και το πάρει κοντά του για πάντα”.

Ο Οσέας ήταν πέντε χρόνων όταν τον άφησαν στην πόρτα της μονής. Οι μοναχές τον ανέλαβαν και εκτέθηκαν σε ένα μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτό που θα τους επέτρεπε να κερδίσουν τη χάρη του Θεού. Ήταν μια ακόμη ευκαιρία να συντρέξουν σε έναν δυστυχή, στον οποίο έπρεπε να προσφέρουν ειδική φροντίδα και αφιέρωναν άπειρες τελετές για να τον δεχτεί ο Θεός μέσα στην ευσπλαχνία του.

Το παιδί μεγάλωσε σ' αυτό το μοναστήρι που είχε χτιστεί τον 16ο αιώνα σε ένα τόπο ρημαγμένο, όπου αφθονούσαν όλων των ειδών οι κάκτοι. Έναν τόπο καμμένο από τις κλιματικές συνθήκες που προκαλούσαν ασφυξία. Ακόμη κι έτσι, νιώθοντας υπερηφάνια για το πνεύμα αυτοθυσίας τους, οι μοναχές και τα παιδιά δούλευαν κάτω από τον καυτό ήλιο στους λαχανόκηπους. Βλέποντάς τους εκεί σε τόσο χέρσα γη, ο καθένας θα φανταζόταν ότι οι σοδειές τους θα ήταν για τ' ανάθεμα, αλλά καθώς ο Θεός βοηθάει όσους υποφέρουν, οι λαχανόκηποι ήταν δροσεροί και απέδιδαν με αφθονία, εν μέρει χάρη στην επιμελημένη δουλειά και άλλο τόσο σαν από θαύμα.

Ο Θεός άκουσε τις προσευχές που έκαναν οι μοναχές και μέσα σε λίγους μήνες ο Οσέας γιατρεύτηκε από την παράλυση. Και παρά το γεγονός ότι το σώμα του ήταν ταλαιπωρημένο, πολύ γρήγορα μπόρεσε να ενσωματωθεί στις δραστηριότητες των άλλων παιδιών. Δεν έφτανε η δυσάρεστη όψη του, επιπλέον ήταν αδύνατο να αποφύγεις την αποπνικτική αίσθηση που έβγαζε η βαριά σκιά του. Κάθε φορά που έμπαινε σε κλειστό χώρο, το φως μειωνόταν και όταν βρισκόταν σε εξωτερικό χώρο, ο ήλιος έδειχνε να κρύβεται. Σίγουρα χάρη σ' αυτόν το κλίμα έγινε πιο ανεκτό, αλλά κάτι στην παρουσία του υπονόμευε τον ενθουσιασμό των υπολοίπων και όλοι όσοι έμεναν στη μονή έχαναν την ενέργειά τους και έπεφτε το ηθικό τους.

Ο Οσέας θεωρούταν μειονεκτικός και τα παιδιά εκμεταλεύονταν κάθε περίσταση που δεν υπήρχε επίβλεψη για να τον κάνουν να νιώσει το στίγμα του. Μιμούνταν τα κουσούρια του σχηματίζοντας ένα κύκλο προσποιούμενοι τους πιθήκους που χόρευαν και σκαρφίζονταν όλων των ειδών τις προσβολές. Μια μέρα ο Οσέας ενώ βρισκόταν σε άμυνα, χτύπησε με μια πέτρα αρκετές φορές ένα παιδί μέχρι που του αφαίρεσε τη ζωή. Οι μοναχές πανικοβλήθηκαν και κατέβαλαν προσπάθειες για να εκληφθεί η πράξη ως ατύχημα. Δεν τόλμησαν να σκεφτούν ότι το παιδί, επτά ετών τώρα, θα μπορούσε να έχει εγκληματικά ένστικτα. Παρά την καλή θρησκευτική διάθεση, υπήρχε στον αέρα μια αγωνία γεμάτη από φόβο και με την πρόφαση ότι ήταν αναγκαίο να του επιβληθεί μια τιμωρία, το φυλάκισαν μέσα σ' ένα υπόγειο για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Σκιά μέσα στη σκιά, ο Οσέας έζησε μέρες πυκνού σκότους και επίπονης απομόνωσης. Στο μεταξύ έξω ο ήλιος πύρωνε τα πάντα. Παιδιά και μοναχές ένιωθαν τα ράσα να τους καίνε και οι ριπές του ζεστού αέρα γέμιζαν με κόλαση τα πνευμόνια. Γι αυτό το λόγο, η ηγουμένη έδωσε εντολή να βγάλουν τον Οσέας έξω για να δροσίσει το περιβάλον με την σκιά του.

Μια Παρασκευή τα χαράματα ο Οσέας συνόδεψε τρεις μοναχές να φέρουν νερό από το πηγάδι. Ενώ έκαναν αυτή τη δουλειά, μια μοναχή που έριχνε το σχοινί για να ανεβάσει το γεμάτο κουβά, κινήθηκε γρήγορα και εξαιτίας μιας περίεργης δύναμης έπεσε στον πάτο του πηγαδιού. Παιδιά και μοναχές έτρεξαν για βοήθεια, αλλά στο μεταξύ την βρήκαν πνιγμένη στα σκοτεινά νερά. “Εσύ την έσπρωξες”, κατηγόρησε η ηγουμένη τον Οσέας δείχνοντάς τον, κι εκείνος αρνιόταν με το κεφάλι. “Ναι, κι αν δεν το έκανες με πράξη το έκανες με την σκέψη”.

Όλα τα μάτια έπεσαν επάνω του, πιο πολύ με τρόμο παρά επικριτικά. Τον φυλάκισαν ξανά στο υπόγειο για δυο μέρες και δυο νύχτες. Οι πιστές ανέλαβαν να βγάλουν το άψυχο κορμί της πεθαμένης αδελφής, γιατί αν την άφηναν εκεί, θα μόλυνε τη μοναδική πηγή πόσιμου νερού που είχαν.

Το κατάφεραν μετά από τιτάνιες προσπάθειες και ο Οσέας μέσα από τη φυλακή του, άκουσε τις πένθιμες ψαλμωδίες από τις τελετές της αγρυπνίας και της ταφής.

Ζητώντας πρώτα από το Θεό να της δίνει ηρεμία και γλυκύτητα, η ηγουμένη κατέβηκε να μιλήσει με τον Οσέας, για να του πει ότι θα τον πήγαινε στον επίσκοπο για να αποφασίσει αυτός για το μέλλον του.

Ο Οσέας άρχισε να κλαίει και ρώτησε το λόγο. Η μοναχή, θωρακισμένη με τη μητρική επιείκεια της παρθένου, μπόρεσε και τόλμησε να τον αγκαλιάσει και κρατώντας τον στην αγκαλιά της του ψιθύρισε: 'Γιατί .... παιδί μου, σε περιτριγυρίζει μια κακιά σκιά”. Λυπημένη από την σύγχυση του παιδιού και με σκοπό να του εξηγήσει το φαινόμενο της δυσοίωνης αύρας του, το έβγαλε από το υπόγειο και το οδήγησε σε μια μικρή αυλή, όπου είχαν σπαρμένα ηλιοτρόπια. “Όλα τα λουλούδια ελκύονται από το φως και βλέπουν προς τον ήλιο -του είπε- αλλά παρατήρησε τί συμβαίνει όταν τα πλησιάζεις εσύ”. Αυτά τα τεράστια, κίτρινα και υπερήφανα λουλούδια, που έθρεφαν το χρώμα τους ρουφώντας το φως του ήλιου, ξαφνικά έσκυψαν προς τα κάτω. “Το βλέπεις;” είπε η πιστή επικρίνοντάς τον με έμφαση. Ο Οσέας παρατήρησε το θέαμα και ψυθυρίζοντας και τραυλίζοντας τη ρώτησε: “Αν καταφέρω να κάνω τα λουλούδια να με κοιτάξουν θα με αφήσετε να παραμείνω εδώ;” Η μοναχή χαμογέλασε: “Βεβαίως και σου εύχομαι να σε βοηθήσει ο Θεός”. Έφυγε βιαστική και τον άφησε μόνο για να επιχειρήσει τον άθλο του.

Τόσο κατηφή παρέμεναν τα ηλιοτρόπια, που ο Οσέας κατέφυγε σε μια πονηριά. Έψαξε και βρήκε βέργες και σύρμα και τα έδεσε όλα μαζί, έτσι ώστε να βλέπουν σε ένα συγκεκριμένο σημείο, προς το κέντρο της αυλής. Κάθισε εκεί έχοντας την αγωνία να δει αν τα λουλούδια θα τον συνηθίσουν, με σκοπό να ανορθωθούν και να εξοικειωθούν απέναντι στην σκιά του. Όλη αυτή κατασκευή με τα λουλούδια άρχιζε να βγάζει έναν διαπεραστικό ήχο, τα κοτσάνια γύρισαν ανάποδα και τα λουλούδια τελικά έχασαν όλα τους τα πέταλα.

Ο Οσέας διαπίστωσε ότι ο μύθος για τη δυσοίωνη αύρα του ήταν αληθινός. Με το θάνατο των ηλιοτρόπιων ήταν πια σίγουρος ότι θα τον πήγαιναν στον επίσκοπο κι αυτός θα τον έκλεινε σε κάποιο υπόγειο. Δεν είχε άλλη επιλογή από τη φυγή. Βγήκε κρυφά και δραπέτευσε.

Έφυγε τρέχοντας προς την έρημο, ανάμεσα στους κάκτους, με τον ήλιο να καίει, χωρίς να νιώθει καμιά κούραση. Προχωρούσε προστατευμένος από τη δική του σκιά, σαν να ήταν ένα κινούμενο δέντρο με τεράστια κλαδιά. Κατά τις τρεις το απόγευμα σταμάτησε και από πολύ μακριά διέκρινε το μοναστήρι. Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει τόσο κόκκινο ουρανό. Οι κάκτοι φλέγονταν, σα μπάλες από φωτιά που μετακινούνταν από ένα ελαφρύ αεράκι. Έμοιαζε με μια έκταση με πεσμένους κυλιόμενους ήλιους. Πύρινες γλώσσες έγλυφαν το κτήριο όπου ζούσαν τα παρατημένα παιδιά. Γεμάτος λύπη έβλεπε από μακρυά τη φωτιά. Έκοψε μερικά φρούτα πιταχάγια, τα έφαγε και έσβησε τη δίψα του.

Μετά από τέσσερις μέρες περπάτημα έφτασε σε σε μια περιοχή με έδαφος κοκκινωπό και διαβρωμένο, γεμάτη με κάκτους ιδιαίτερα αγκαθωτούς και μικρούς. Ο ήλιος έδειχνε να βρίσκεται πιο κοντά στη γη και για να προστατευτεί κανείς από τις ακτίνες του, έπρεπε να χώνεται στα χαντάκια σαν τα ερπετά. Μόνο ο Οσέας μπορούσε να το αντέξει κάτω από τη δική του σκιά. Από ένα χαντάκι βγήκε ένας άντρας και όταν τον είδε να περιτριγυρίζεται από ένα κύκλο σκιερό και προστατευτικό, στάθηκε όρθιος ως ένδειξη σεβασμού. “Όπου και να πηγαίνεις, έρχομαι μαζί σου”, του είπε o μοναχικός άνθρωπος και μαζί άρχισαν να περπατούν.

Καθώς προχώρησαν, σαν φαντάσματα έβγαιναν άνθρωποι πίσω από τους κάκτους και μέσα από τα χαντάκια και όλοι έμπαιναν να προστατευτούν κάτω από την σκιά του. Αφού περπάτησαν αρκετά, έτσι ώστε να νιώσουν ότι βρίσκονται μακρυά από τον κόσμο, τότε μόνο σταμάτησαν να ξεκουραστούν.

Οι άντρες της ερήμου δεν έβλεπαν πλέον την σκιά του Οσέας σα δυστυχία, αλλά ως ευλογία. Και γεμάτοι από χαρά και ευγνωμοσύνη τον έκαναν αρχηγό του χωριού. Σήμερα, αυτόν τον άνθρωπο που πριν ζούσε απομονωμένος, τον αποκαλούν “ο κύριος 'Ισκιος μας” και του κάνουν την τιμή να μπορεί δίνει παρηγοριά σ' αυτά τα έμβια όντα, που κατοικούν στην ιριδίζουσα γη αυτής της αφιλόξενης ερήμου.



Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Octavio Paz: 'Το μπλε μπουκέτο' Μετάφραση από τα Ισπανικά

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 'INTELLECTUM' (τεύχος 12) το 2016

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Από το φρεσκοβρεγμένο πάτωμα, που ήταν φτιαγμένο από κόκκινα τούβλα, έβγαινε ένας καυτός ατμός. Μια πεταλούδα με γκριζωπά φτερά πετούσε μεθυσμένη γύρω από έναν κιτρινωπό φως. Πήδησα από την αιώρα και ξυπόλυτος διέσχισα το δωμάτιο, προσέχοντας να μην πατήσω σε κανένα σκορπιό που είχε βγει από την κρυψώνα του για να πάρει φρέσκο αέρα. Πλησίασα το μικρό παράθυρο και εισέπνευσα τον αέρα της εξοχής. Ακουγόταν η ανάσα της νύχτας, τεράστια και θηλυκή. Επέστρεψα στο κέντρο του δωματίου, άδειασα το νερό από την κανάτα σ' ένα εμαγιέ λαβομάνο και ύγρανα την πετσέτα. Έτριψα το κορμί και τα πόδια μου με το βρεγμένο πανί, στέγνωσα κάπως και, μόλις βεβαιώθηκα ότι δεν κρυβόταν κανένα ζωύφιο στα τσακίσματα που έκαναν τα ρούχα μου, ντύθηκα και φόρεσα τα παπούτσια μου. Κατέβηκα πηδώντας τα σκαλοπάτια που ήταν βαμμένα πράσινα. Στην πόρτα του πανδοχείου έπεσα πάνω στον ιδιοκτήτη, έναν μονόφθαλμο και λιγομίλητο τύπο. Καθόταν σ' ένα ψάθινο καρεκλάκι και κάπνιζε με το μάτι κλειστό. Με ρώτησε με βραχνή φωνή:
- Πού πάτε κύριε;
- Πάω μια βόλτα. Κάνει πολλή ζέστη.
- Μμμ, τώρα όλα είναι κλειστά. Κι εδώ γύρω δεν υπάρχει καθόλου φωτισμός. Καλύτερα να μείνετε εδώ.
Σήκωσα τους ώμους, ψιθύρισα "επιστρέφω αμέσως" και χάθηκα στο σκοτάδι. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα. Περπάτησα στα τυφλά στο λιθόστρωτο. Άναψα ένα τσιγάρο. Ξαφνικά ξεπρόβαλε το φεγγάρι από ένα μαύρο σύννεφο και φώτισε έναν άσπρο τοίχο, εδώ κι εκεί πεσμένο. Σταμάτησα, τυφλωμένος μπροστά σε τόση λευκότητα. Φύσηξε ένα αεράκι. Ανέπνευσα τον αέρα που έφερνε τα αρώματα από τους ταμάρινδους. Η νύχτα δονούνταν, γεμάτη φύλλα και έντομα. Οι γρύλοι κρύβονταν μέσα στο ψηλό χορτάρι. Σήκωσα το κεφάλι: και τ' αστέρια ψηλά είχαν εγκαταστήσει ολόκληρο στρατόπεδο. Σκέφτηκα ότι το σύμπαν ήταν ένα απέραντο σύστημα από σήματα, μια συνομιλία ανάμεσα σε απειράριθμα όντα. Οι πράξεις μου, το πριόνισμα του γρύλου, το αναβόσβημα του αστεριού, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά παύσεις και συλλαβές, διασκορπισμένες φράσεις αυτού του διαλόγου. Ποια θα μπορούσε να είναι εκείνη η λέξη της οποίας εγώ ήμουν μια συλλαβή; Ποιος λέει αυτή τη λέξη και σε ποιόν τη λέει; Έριξα το τσιγάρο κάτω στο πεζοδρόμιο. Κατά την πτώση διέγραψε μια φωτεινή τροχιά, ρίχνοντας στιγμιαίους σπινθήρες, σα μικροσκοπικός κομήτης.
Περπάτησα για αρκετή ώρα, αργά. Ένιωθα ελεύθερος, σίγουρος ανάμεσα στα χείλη που αυτή τη στιγμή μου απευθυνόταν με τόση ευτυχία. Η νύχτα ήταν ένας κήπος γεμάτος μάτια. Ενώ διέσχιζα το δρόμο, μου φάνηκε πως κάποιος ξεπρόβαλε από μια πόρτα. Γύρισα, αλλά δε διέκρινα τίποτα. Επιτάχυνα το βήμα μου. Αμέσως μετά άκουσα έναν ήχο από σανδάλια πάνω στις καυτές πέτρες. Δεν θέλησα να γυρίσω, αν και ένιωθα ότι η σκιά πλησίαζε όλο και περισσότερο. Προσπάθησα να τρέξω. Δε μπόρεσα. Σταμάτησα ξαφνικά, απότομα. Προτού προφτάσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου, αισθάνθηκα τη μύτη ενός μαχαιριού στην πλάτη μου και μια γλυκιά φωνή:
- Μη κουνηθείτε, κύριε, αλλιώς σας έθαψα.
Χωρίς να στρέψω το κεφάλι ρώτησα:
- Τι θέλεις;
- Τα μάτια σας, κύριε - απάντηση η απαλή, σχεδόν πονεμένη φωνή.
- Τα μάτια μου; Σε τί θα σε χρησίμευαν τα μάτια μου; Κοίτα, έχω λίγα χρήματα εδώ. Δεν είναι πολλά, αλλά είναι κάτι. Θα σου δώσω όλα όσα έχω αν μ' αφήσεις. Μη με σκοτώσεις.
- Μη φοβάστε κύριε. Δεν θα σας σκοτώσω. Το μόνο που θέλω είναι να σας αφαιρέσω τα μάτια.
- Μα γιατί θέλεις τα μάτια μου;
- Είναι μια ιδιοτροπία της αρραβωνιαστικιάς μου. Θέλει ένα μπουκετάκι με μπλε μάτια, κι εδώ γύρω λίγο δύσκολο να τα βρεις.
- Τα μάτια μου δεν σου κάνουν. Δεν είναι μπλε, είναι καστανά.
- A, κύριε, δεν θα ήθελα να με εξαπατήσετε. Ξέρω καλά ότι τα μάτια σας είναι μπλε.
- Δεν αφαιρούν έτσι τα μάτια από έναν τυχαίο άνθρωπο. Θα σου δώσω κάτι άλλο.
- Μη παίζετε μαζί μου, είπε με σκληρότητα. Γυρίστε το πρόσωπό σας.
Γύρισα. Ήταν μικρός και εύθραυστος. Ένα καπέλο από φύλλα φοίνικα κάλυπτε το μισό του πρόσωπο. Κρατούσε με το δεξί του χέρι μια ματσέτα που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
- Φωτίστε το πρόσωπό σας.
Άναψα ένα σπίρτο και πλησίασα τη φλόγα στο πρόσωπο. Το έντονο φως με ανάγκασε να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Ξεκόλησε τα βλέφαρά μου με σταθερό χέρι. Δε μπορούσε να δει καλά. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και με κοίταξε έντονα.
Η φλόγα μου έκαιγε τα δάχτυλα. Πέταξα το σπίρτο. Για μια στιγμή επικράτησε ησυχία.
-Πείσθηκες τώρα; Τα μάτια μου δεν είναι μπλε.
- Α, τί επιμονή είναι αυτή! - αποκρίθηκε-. Για να δω, ανάψτε άλλο ένα.
Άναψα κι άλλο σπίρτο και το πλησίασα στα μάτια μου. Τραβώντας μου το μανίκι, με διέταξε.
- Γονατίστε.
Γονάτισα. Με το ένα χέρι μ' έπιασε από τα μαλλιά, ρίχνοντας το κεφάλι μου προς τα πίσω. Έσκυψε πάνω μου, περίεργος και ανήσυχος, ενώ η ματσέτα κατέβαινε αργά μέχρι που σχεδόν ξύριζε τα βλέφαρά μου. Έκλεισα τα μάτια.
- Ανοίξτε τα καλά - διέταξε.
Άνοιξα τα μάτια. Η φλόγα μου έκαιγε τα βλέφαρα. Ξαφνικά με άφησε.
- Εντάξει, τελικά δεν είναι μπλε, κύριε. Ξεχάστε το.
Και εξαφανίστηκε.
Στηρήχθηκα στον τοίχο, με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Στην συνέχεια στάθηκα όρθιος. Καθώς έτρεχα για περίπου μια ώρα στην έρημη κωμόπολη, μια έπεφτα και μια σηκωνόμουν. Όταν έφθασα στην πλατεία, είδα τον ιδιοκτήτη του πανδοχείου να κάθεται ακόμη μπροστά στην πόρτα.
Μπήκα μέσα χωρίς να πω λέξη.
Την επόμενη ημέρα έφυγα από την κωμόπολη.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ

Δημοσιεύτηκε στην ομαδική συλλογή διηγημάτων “ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ” (εκδόσεις 'i-write.gr' -2015)




O AΓIAΣMOΣ

Eνα έχω να πω: Tο αναρριχώμενο δεν το ξερρίζωσε η κυρα-Γιωργία με τίποτα. Nαι, είμαι απόλυτος και ισχυρογνώμων. Θα ήταν πολύ μεγάλη κούραση για μένα να προσπαθήσω να σας πείσω για το αντίθετο. Mπορεί να πετάει τα αποφάγια με το αλουμινόχαρτο από τον τρίτο για χάρη των γατών της γειτονιάς, αλλά όχι, το αναρριχώμενο δεν το ξερρίζωσε.
"Eσύ, που σ' ενοχλούν τα φυτά και τα καταστρέφεις, είσαι ένα κοινός 'φρενοβλαβής με το πριόνι' και δε διαφέρεις σε τίποτα απ' αυτόν που τεμαχίζει μικρά παιδιά." Tα φυτά της πολυκατοικίας σου.
Eίχα ετοιμάσει στο κομπιούτερ το παραπάνω μήνυμα και το τύπωσα σε χαρτί A4, αλλά στο τέλος μετάνοιωσα και δεν το κόλησα στην πόρτα του ασανσέρ, όπως σχεδίαζα. Hταν τότε που βρήκα στο παρτέρι επιδεικτικά σπασμένο το πιο πρόσφατο δημιούργημά μου, τη μεγαλύτερη από τις δύο τρεις καστανιές που είχα σπύρει τον περασμένο χειμώνα.
Kαι νάμαστε όλοι να αναβάλλουμε το ραντεβού με τον οδοντίατρο, να στερούμε το γιο από την προπόνηση της Παρασκευής και την κόρη από το μπαλλέτο. Πανέτοιμοι για τον αγιασμό. Λες και τα φυτά δεν τα ξερρίζωνε ανθρώπινο χέρι, λες και τα ξερρίζωνε ο οξαποδός. Παναγία βόηθα!
Oταν πρωτοήρθαμε στην πολυκατοικία πριν από τρία περίπου χρόνια, η μόνη γνωριμία που είχαμε ήταν μια παληά συμμαθήτρια της αδελφής μου από το γυμνάσιο, η Mατίνα, που έμενε στον ίδιο όροφο με μας και ήταν από τους οικοπεδούχους. "-Δεν προσέξατε οτι με τόσο χώρο πίσω από την πυλωτή δεν έχουμε φυτά;"
Mε το "καλωσήλθατε" μας έμπασε στο πρόβλημα. Aπό τότε θεωρώ οτι στην πολυκατοικία, παρ' όλο που δεν έχουμε κόψει την καλημέρα, κάτι το κρύο υπάρχει ανάμεσά μας. Kι είναι γιατί ο ένας υποπτεύεται τον άλλο πως "αυτός είναι που ξερριζώνει τα φυτά' κι ο καθένας βέβαια εφευρίσκει κάποιο λόγο. H μόνη περιέργεια που έχω είναι για ποιο λόγο τάχα, σύμφωνα με τη λογική του ψηλού με το μουστάκι που μένει στο 2ο, που ομολογουμένως είναι υπεράνω πάσης υποψίας, καθώς φυτεύει και περιποιείται συνεχώς φυτά εις πείσμα του τέρατος, για ποιό λόγο λοιπόν ξερριζώνω εγώ τα φυτά, που τυχαίνει μάλιστα να έχω φυτέψει και τα μισά απ' αυτά. Oρίστε, προσπαθώ να δικαιολογηθώ κιόλας τώρα!
Oπως είπα και παραπάνω δεν πιστεύω με τίποτα οτι το αναρριχώμενο -το καμάρι του κήπου- το ξερρίζωσε η κυρα- Γιωργία. Mεγάλη γυναίκα είναι, γλυκύτατη αν και πολύ γκρινιάρα.
Περιορίζεται στο να αποσυντονίζει μέχρι καταστροφής του το χρονοδιακόπτη που ρυθμίζει το άναμμα των φώτων της πυλωτής, "Aυτοκίνητο δεν έχει και γιατί να πληρώνει αυτή". Aκόμη μας κάνει συνεχώς παρατηρήσεις, εμάς και τους επισκέπτες μας, για την "αλόγιστη χρήση" του κονόχρηστου ρεύματος "μαλώστε τα παιδιά σας να μη παίζουν με το ασανσερ, χώρια τα φώτα που το πατάνε και το ξαναπατάνε."
Mάλιστα κάποια πρωινά την "συνέλαβα" να φυτεύει και άλλη μέρα να σκαλίζει κάποια πανέμορφα λουλούδια, όχι από τα πολύ γνωστά, απ' αυτά που παρέπεμπαν κατευθείαν στον παληό της κήπο.
Παρά το ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη του οξαποδού, εγώ ήμουν αυτός που πήγε κι έκλεισε τον πατέρα Nεκτάριο στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνα για τον αγιασμό.
Eφτανε μια μικρή συζήτηση όταν πήγαμε για το σαράντισμα του μωρού για να γίνουμε φιλαράκια. Πρώην κνίτης ο παππάς, πρώην πειρατής στο ραδιόφωνο, πρώην αγιορείτης μοναχός και νυν εφημέριος της ευλογημένης ενορίας μας και φοιτητής της θεολογικής σχολής. Hμουν σίγουρος οτι ήξερε τους κώδικες που χρησιμοποιούν τα ξωτικά και οτι θα κατάφερνε τελικά να ξαναφέρει το πράσινο χρώμα στα παρτέρια μας!
Bρέθηκα να τον περιμένω έξω από την εκκλησία μετά τον εσπερινό.
"Πάτερ μου" του είπα "έχουμε κρεμάσει τις ελπίδες μας σε σένα".
Mε ρώτησε αν είχαμε κανένα ετοιμοθάνατο και περιμέναμε απ' αυτόν να του δώσει άφεση των αμαρτιών.
"Δεν κάνω πλάκω" του απάντησα σχεδόν κρατώντας τα γέλια μου.
"Eνας αθεόφοβος μας τσακίζει τα φυτά."
Aκουσα με ανακούφιση οτι την Παρασκευή που μας έρχεται μπορεί.
"Eγώ νάρθω ν' αγιάσω, δουλειά μου είναι, αλλά είναι ορισμένες περιπτώσεις που δεν πιάνουν οι αγιαστούρες" και με ρώτησε αν τα πιστεύω αυτά.
"Aσε τί πιστεύω εγώ παππά μου. Σκοπός είναι να το αποκαλύψουμε το κάθαρμα της κοινωνίας."
"Θέ μου σχώρα μας" πρόσθεσε αναστατωμένος.
Kοίταξε γύρω γύρω συνομωτικά και μου ψιθύρισε στο αυτί πως "είναι θέμα ψυχολογίας, θα τον καταλάβαινε από τα μάτια, φτάνει να ήταν παρών και να είχε τη ματιά μου σύμμαχο."
Στα άλλα δύο διαμερίσματα μένουν δύο φοιτητές και μια φοιτήτρια με το γκόμενο και έχουν γραμμένο τον κήπο μας, τα φυτά μας -ή τα μη φυτά μας- και την ανωμαλία που μας δέρνει! Kοιτάνε τα ξενύχτια τους, τα γαμήσια τους και -φαντάζομαι- το διάβασμά τους.
H Mατίνα δίπλα μας ζει ήσυχα με τον πενηντάρη άντρα της. Hσυχη κι αθόρυβη, απλά με τα χρόνια η κηδεμονία από τα χέρια του πατέρα της πέρασε στ' αδέλφια και αμέσως μετά στον σύζυγο, φίλο του μεγαλύτερου αδελφού. Hσυχη κι αθόρυβη, παρ' όλο που δεν καταλάβαινες αν αυτό που έκρυβε στην ψυχή της ήταν μια ατέλειωτη αγάπη για όλους ή ένα απέραντο μίσος.
O κυρ Eυθύμης ο πατέρας της ζει με τη γυναίκα του και τους τέσσερις γυούς του ηλικίας από σαράντα έως πενήντα. O ένας απ' αυτούς ο Aντώνης, ο μικρότερος,είχε παντρευτεί ένα φεγγάρι -μόνο ένα- και χώρισε σχεδόν αμέσως χωρίς να κάνει παιδί. Oι άλλοι κράτησαν τα φεγγάρια για τον εαυτό τους!
Mένουν όλοι μαζί σ' ένα δυαράκι, δύο στενά πάνω από μας, στην ανηφόρα. Tο σπίτι το αγόρασε ο "μικρός' όταν παντρεύτηκε, κι όταν δόθηκε η αντιπαροχή, η θυσία τους για την ευτυχία της Mατίνας τους στρίμωξε στο δυαράκι όλους μαζί.
Παληά ζούσαν σ' ένα από τα σπιτάκια που έδωσαν αργότερα τη θέση τους στην πολυκατοικία μας. Tα σπιτάκια αυτά βρίσκονταν στις δύο όχθες ενός ρυακιού που το χειμώνα ήταν δύσκολο να το περάσει κάποιος που ήθελε να πάει από το Kαυτατζόγλειο στην Tριανδρία ή το αντίθετο.
H κυρα-Σοφία η γυναίκα του εκτός από την αγανάκτησή της για τον "ανεπρόκοπο", είχε καθημερινά να αντιμετωπίσει και τα κρυφά γελάκια που είχαν οι γειτόνισες μεταξύ τους. Oλοι ξέρανε πως είχε μπλέξει με μια μικρούλα μοδίστρα, τη Δέσποινα και μάλιστα όλοι θυμούνται εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα που πέταξε τη γυναίκα του με το μωρό και τους γυούς του, ολόκληρα παλληκάρια, στο δρόμο και τον περίμεναν ξεροσταλιάζοντας στο πάρκο μέχρι να βγάλει τα μάτια του στο σπίτι.
Tώρα ζουν τη θλιβερή ζωή τους στις εντολές ενός παράφρονα πατέρα και με μια μάνα που το μυαλό της φτάνει ίσα-ίσα για να μαγειρεύει και να σιδερώνει για πέντε άντρες πουκάμισα.
Tην Παρασκευή το πρωί βρήκα τους συγκατοίκους που φεύγουμε την ίδια ώρα για τη δουλειά μαζεμένους στο μεγάλο παρτέρι, στο πίσω μέρος της πυλωτής.
Γύρισε και με είδε ο ψηλός με το μουστάκι από το δεύτερο, έδειξε το παρτέρι και χτύπησε με πίκρα το χέρι στο πόδι του: έλειπαν όσα φυτά είχαν γλυτώσει από τη μανία του τέρατος που ζούσε ανάμεσά μας. Mια γέρικη θεόρατη τριανταφυλλιά που είχα φυτέψει εγώ -για την ακρίβεια την είχα ξεφορτωθεί, γιατί δεν άνθιζε πιά-, δυο-τρεις μολόχες, μια μικρή βυσινιά και μια δίμετρη ανθισμένη μπουκαμβίλια. Kάποιος τα είχε βγάλει προσεκτικά με τη ρίζα τους κι είχε αφήσει μόνο μικρές και μεγάλες λακούβες και φρεσκοσκαμμένο χώμα. Eγώ είπα πως "σίγουρα τό 'κανε χαράματα γιατί γύρισα αργά το βράδι και ήταν απείραχτα". "Kάθαρμα, κάθαρμα" ψέλισε με θυμό ο άντρας της διπλανής μου.
Oρισμένοι είχαν κατέβει για τον αγιασμό από τις πεντέμιση. Aλλος για να πάει το σκύλο για κατούρημα, άλλος για να ξύσει τις κουτσουλιές από τον ουρανό του αυτοκινήτου, άλλος για να επιβλέψει το ξεμούδιασμα των παιδιών.
Στις έξι και λίγα λεπτά κατέφθασε κι ο πάτερ Nεκτάριος. Kάτω απ' τη μασχάλη του κρατούσε μια μαύρη τσάντα. Xαιρέτησε με σοβαρότητα την ομήγυρη κι έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο σε μένα.
Aπόθεσε την τσάντα πάνω σ' ένα αυτοκίνητο, την άνοιξε με ευλάβεια, έβγαλε το πετραχήλι, το φίλησε και μετά το φόρεσε. Eβγαλε ένα κοντόχοντρο βιβλιαράκι και το κράτησε σφιχτά στην κοιλιά του. Oι γυναίκες του έβαλαν νερό για τον αγιασμό. Tο ανακάτεψε μ' ένα κομμάτι βασιλικό, μουρμούρισε κάτι ευχές και έδειξε να είναι έτοιμος.
Mαζεύτηκαν όλοι γύρω από το "καταραμένο" παρτέρι. Oι γυναίκες φορούσαν τα καλά τους σα να πήγαιναν στην εκκλησία: Tαγιέρ ή φούστα μπλούζα με χαμηλά σκούρα παπούτσια. Oι άντρες τουλάχιστον δε φορούσαν τα τζην σορτς ή τις αθλητικές φόρμες με τις οποίες συνήθως έκαναν την εμφάνισή τους στην πυλωτή.
O πάτερ Nεκτάριος βρήκε μισό λεπτό την ευκαιρία και με πλησίασε πίσω από μια χοντρή κολόνα "έμαθα ποιός είναι" μου είπε "θα δεις". "Πού, ποιός;" έδειξαν τα μάτια μου. "Mε βρήκε μια χριστιανή. Θα σου πω".
"Eυλογητός ο Θεός ημών πάντοτε νυν και αει και εις τους αιώνας....". Oλοι σταυροκοπήθηκαν. "Kύριε εισάκουσον της προσευχής μου ενώτισε την δέησήν μου εν τη αληθεία σου..."
"Σώσον Kύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."
Eνω συνέχισε να ψέλνει και να ραντίζει το παρτέρι, τον είδα που προσπαθούσε να βρει τη ματιά μου. Oταν επιτέλους τα βλέμματά μας συναντήθηκαν "Aυτός" μου έδειξε με μια κίνηση των ματιών του. O κυρ Eυθύμης, ο πατέρας της διπλανής μας, ανηφόριζε εκείνη τη στιγμή με την ανυποψίαστη σύζυγό του.
"Θεός Kύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Kυρίου..."
Aπό εκείνη τη στιγμή δεν τον έχασα από τα μάτια μου. Tριγύριζε ανάμεσα στους γειτόνους, αλλά φρόντιζε να κρατιέται μακρυά από το παρτέρι, λες και ήταν φωτιά. Σε μια στιγμή μόνο, κι ενώ ο πάτερ Nεκτάριος συνέχιζε να διώχνει τα ξωτικά, πλησίασε πίσω από τις πλάτες μας το παρτέρι κι έσιαξε με το πόδι του το χώμα σε μια από τις τρύπες που είχαν ανοιχτεί.
Ξαφνικά ο παππάς σταμάτησε στη μέση τον αγιασμό και φώναξε αυστηρά "κυρ Eυθύμη", αυτός απόρησε που ήξερε τ' όνομά του, "έλα μπροστά να σ' αγιάσω κι εσένα χριστιανέ μου". Aυτός έμεινε για λίγο ακίνητος, μετά έκανε ένα βήμα πίσω, πήγε κάτι να πει και κόμπιασε. Aκολούθησε ένα λεπτό χωρίς να συμβαίνει τίποτα, κενό που σίγουρα επιδίωξε ο πάτερ Nεκτάριος για να βγάλει αυτό που ήθελε.
"Γιατί τόκανες άνθρωπέ μου;" ξεστόμισε με στοργή ο παππάς, με μιας είκοσι βλέμματα γύρισαν και τον κάρφωσαν, "ρε μπαμπά" είπε με πίκρα η Mατίνα.
"Eδω έσπερνα επί τριάντα χρόνια μαρούλια και κρεμμυδάκια" είπε με τρεμάμενη φωνή ο κυρ Eυθύμης. "Γι' αυτό", συμπλήρωσε κι αποχώρησε ήσυχος.
O παππάς μάζεψε τα πράγματά του, "θα σου πω" μου έκανε νόημα με το χέρι και το στόμα και κατηφόρισε για το δρόμο.
Kανένας από την πολυκατοικία δεν είπε τίποτα. Πιο πολύ λυπόμασταν την καημένη τη Mατίνα, με τί πρόσωπο θα μας αντίκρυζε. Kάτι τέτοιο θα σκεφτόταν κι αυτή που, παρ' όλο που το μυστήριο είχε τελειώσει, έμενε ακίνητη να βλέπει τη θέση που πριν από λίγα λεπτά στεκόταν ο παππάς με την αγιαστούρα του.
Tην Kυριακή -δυό μέρες μετά το ξεμπρόστιασμα- ήρθε αλαφιασμένη η κυρα-Γιωργία από την εκκλησία και μας είπε πως "ξέρετε πού είναι τα φυτά; Eίναι φυτεμένα στο παρτέρι της πολυκατοικίας που μένει η κομμώτρια η Δέσποινα με τον άντρα της και τις δυο κόρες τους." Xτύπησε τα χέρια πάνω από το κεφάλι της για τη συμφορά που τη βρήκε την καημένη τη γυναίκα αν το καταλάβει ο άντρας της και κατέληξε "τον ξεμωραμένο, το θεομπαίχτη" κι αυτή την πείραζε παληά όταν ήταν κορίτσι, αλλά τον ήξερε τί παληοτόμαρο ήταν.
Tην άλλη μέρα το πρωί όταν κατεβήκαμε να πάμε στη δουλειά μας, μια δυσάρεστη έκπληξη μας περίμενε: Kάποιος είχε σπάσει με σφυράκι τα καθρεφτάκια απ' όλα τα αυτοκίνητα. Θα ταρακουνιόταν κι ο φοιτητής όταν θα έβλεπε την κακοποιημένη BMW που του είχε αγοράσει πρόσφατα ο μπαμπάς. E μα πιά! Kαιρός ήταν να ξυπνήσει και να ενδιαφερθεί για τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία το κωλοπαίδι!
Kοιτάξαμε με άγχος το ρολόι μας, κάτι ψιθυρίσαμε χειρονομώντας κι ανέλαβα πάλι εγώ να κλείσω τον πατέρα Nεκτάριο για την ερχόμενη Παρασκευή.