Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2021




Στο νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ ανάμεσα σε άλλα δημοσιεύονται και επτά ποιήματα της Μεξικανής ποιήτριας Βερόνικα Βόλκοφ, σε δική μου μετάφραση από τα Ισπανικά.

Το τεύχος διατίθεται σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, καθώς και στο χώρο πολιτισμού του ΕΝΕΚΕΝ, Πρ.Κορομηλά 37, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Ένα μικρό δείγμα:

ARCANO XIX

Ο ΗΛΙΟΣ


Λευκή μονάδα όπου σπάνε

τα χρώματα

στο φως θα έβγαινε ο κόσμος

αλλά στη συμφωνία της υπάρχει διαφάνεια

αόρατο κόσμημα που φυλάκισε το θησαυρό

η σιωπή

που άκουσε όλη τη μουσική και σκέφτεται



καθώς τα πράγματα φωτίζουν τις εικόνες

δεν υπάρχουν φωτιές στις λάμψεις

στο φως

φυλάνε τον κόσμο οι καθρέφτες

ίσως με το φως λογίζεται



φέρνει ο ήλιος το φως

ως πηγή

που ξεκαθαρίζει

μια μνήμη

που φωτίζει

τι πα να πει αγνότητα.



Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2021

2021 Jessica Pérez Quesada "Murderer"

   (Δημοσιεύτηκε στην σελίδα μου στο ΦΒ)


ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ


Ένα ποίημα κατά της λέπρας είναι απαραίτητο

ένα ποίημα για να σκοτώσει - χρειάζεται το ποίημα

μια έκρηξη κυνισμού - δεν θέλεις-

δεν χρειάζεται να σκοτώσεις - ανατρέπεται η πραγματικότητα,

το ψυχαναγκαστικό πράσινο ανθρωπάκι φαίνεται να κλωτσάει το ακίνητο κόκκινο

(δεν ξέρεις αν θα πρέπει να περάσεις ή όχι)

δεν ξέρεις τι να κάνεις όσο κρατούν οι συγκλίσεις - δεν θέλεις -

δεν θα 'πρεπε κάποιος να ρισκάρει - ξέρω ότι μέσα στο ίδιο το σπίτι

δεν υπάρχουν πια όπλα κατά της λέπρας

και οι δύο έχουν γίνει κομμάτια και οι δύο αφανίζονται

ούτε χρειάζεται να βγεις και να διασχίζεις τους δρόμους

εάν τα φανάρια γίνονται άναρχα

και ο χρόνος μοιάζει να κλωτσάει το τσιμέντο

και το σώμα σου να κλωτσάει το τσιμέντο

και η σάρκα σου να περιπλανιέται στην ίδια της την εξέγερση

αυτή δεν ξέρει τι να κάνει με τα δίπολα

-νεκρός καθώς είναι κάποιος εν δυνάμει-

δεν θα 'πρεπε να γράφουν - ξέρω κάποια πράγματα

καλύτερα να σωπαίνεις


Ο παππούς είναι μια γάτα που ποτέ δεν ούρησε κοντά στο δέντρο

Η γιαγιά είναι ένα κρύσταλλο που αδυνατίζει

Είμαστε του θανάτου σαν τα φύλλα του αέρα.


Jessica Pérez Quesada (La Habana/ Cuba, 1989). Έλαβε το Εθνικό Βραβείο Ποίησης 'Βασίλισσα της Θάλασσας' το 2016, με το τετράδιο ποίησης “Cirquísma”. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ιντερνετικά σάιτ, σε περιοδικά στην Κούβα και το εξωτερικό και στις ποιητικές ανθολογίες 'Un solo mare e la parola (Grupo GRECAM, Ιταλία, 2016), Devenir Isla (Cinosargo Ediciones,Χιλή, 2018), Impertinencia de las dípteras (ΗΠΑ, 2019) και στην ποιητική ανθολογία με νέους ποιητές από την Κούβα και το Μεξικό 'Post Judas (Proyecto Literal, Μεξικό, 2019). 


2021 Χουάν Ρούλφο vs Οκτάβιο Πας

  (Δημοσιεύτηκε στην σελίδα μου στο ΦΒ)



Όσον αφορά το συγκεκριμένο διήγημα του Οκτάβιου Πας (http://raptisthlit.blogspot.com/2016/05/octavio-paz.html), υπάρχει και η ιστορία ενός άλλου είδους ονείρου που ο επίσης Μεξικανός Χουάν Ρούλφο διηγήθηκε κάποτε, μια ιστορία σε έναν κόσμο τόσο ονειρικό, παράξενο και γεμάτο εκπλήξεις σαν κι αυτόν του Οκτάβιου Πας.

“Μια μέρα έφτασα σε ένα χωριό όταν πια είχε νυχτώσει. Στο κέντρο υπήρχε ένα δέντρο. Μόλις βρέθηκα στο μέσο της πλατείας συνειδητοποίησα ότι εκείνο το χωριό, ενώ έδειχνε να είναι χωριό-φάντασμα, στην πραγματικότητα ήταν κατοικημένο. Με περικύκλωσαν, όλο και με πλησίαζαν μέχρι που με έδεσαν σε ένα δέντρο και μετά έφυγαν. Πέρασα όλη τη νύχτα εκεί. Αν και ήμουν κάπως αμήχανος, δεν ήμουν τρομαγμένος, στην πραγματικότητα δεν είχα καν το κουράγιο για κάτι τέτοιο. Ξημέρωσε και σιγά σιγά εμφανίστηκαν αυτοί που με είχαν δέσει. Με έλυσαν και μου είπαν: 'Σε δέσαμε γιατί όταν ήρθες είδαμε ότι σε είχε χάσει η ψυχή σου, ότι η ψυχή σου σε έψαχνε και σε δέσαμε για να σε βρει.'

Χουάν Ρούλφο

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2020

2020 "Τα καταστήματα ήταν στολισμένα..."

  (Δημοσιεύθηκε στο frear.gr στις 30/12/2020)



Δεν μας έφταναν όλα τ' άλλα, έχουμε και το 'Φρέαρ' να ζητάει τα δικά μας μικροδιηγήματα, όπου θα πρέπει απαραιτήτως να περιέχεται η φράση: 'Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά'!

Έσυρα τη Λούσι τραβώντας τη από το λουρί. Περασμένες 9. Κωδικός 6. Σκοτάδι κι ερημιά.

Ρε δεν πα να μην ανοίξουν στον αιώνα τον άπαντα!

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2020

2020 "Hibrido" Adela Fernández

 (Δημοσιεύθηκε στο frear.gr στις 13-6-20)



Híbrido (Υβρίδιο) , Adela Fernández (2011) 


Κείμενα γραμμένα στα τέλη των 60's και στις αρχές των 70's υπό την επήρεια του κινήματος των Μπήτνικ: Λύσσα κόντρα στο κατεστημένο, φυγή με το τροχόσπιτο, ταραχές, εξορίες, ψυχοτρόπα ταξίδια, παραισθήσεις, απογοήτευση, σκεπτικισμός.


Μελαγχολική Μαριονέτα:

Ο Θεός σέρνει στη σκηνή τη Μαριονέτα, τη φορτώνει, τη λύνει, την αγκαλιάζει, την κλαίει. Δεν πετυχαίνει τίποτα, κανένα συναίσθημα δε δονεί την αίθουσα.


Το Τριαντάφυλλο στο βάζο:

Νοσηρές γυναίκες που δαγκώνουν το θάνατο και σκουριασμένα παιδιά που κάθονται σιωπηλά. Τίποτα δε με ανησυχεί, μόνο το τριαντάφυλλο στο βάζο.


Φυγή και στίξη:

Πύρινη σφαίρα το κεφάλι, προσωπικός ήλιος. Εν συντομία: οργισμένη τελεία. Εν συντομία: τελεία. Προκαλεί οργή το να έχεις το τριαντάφυλλο στα χείλη.


Συμβολική πράξη:

Ένιωθα τη μεγαλοπρεπή επιθυμία να επιστρέψω στην κοιλιά της μάνας μου. Γι' αυτό ξαναέβαζα τα πουλιά στο αυγό.


Αργή σπουδή για το μεγάλο σκυλί που αδυνατίζει την αυγή:

Θα πάμε στις όχθες του Σηκουάνα για να πετάξουμε ψίχουλα από ψυχές στους αυτόχειρες. Αν δεν έρθεις, αν πάω μόνος μου, θα πετάξω στον Σηκουάνα ένα προς ένα τα δάχτυλά μου.


Ο Νεκροθάφτης:

Σα να έψαλλαν εκατό Γοτθικοί καθεδρικοί ναοί το οξύ του άσμα, η μουσική της τρέλας τσιμπάει και πονάει”. Αυτά τα παιδιά τσιρίζουν, κλαίνε. Είναι αποκλεισμένα εδώ, μαζί μου. Μπαμπά; Μαμά; Με έφεραν οι δυο τους, με παράτησαν. Τους είδα να φεύγουν από το διάδρομο σαν δυο οχιές που εγκαταλείπουν το αυγό και το δέρμα τους.


Κοντές βελονιές ... μεγάλα κεντήματα:

Ξεκινούσε ξανά η φαύλα καθημερινότητα. Για άλλη μια φορά, με το βάσανο του άρρωστου συκωτιού, αναρρώνει. Η ζωή συνεχιζόταν, παρά τις αυτοκτονικές σκέψεις. Η φαύλα καθημερινότητα βρίσκεται πάλι εδώ.


Χωρίς Ήλιο ... Μέχρι πού θα κοιτάξουν τα ηλιοτρόπια;:

Είμαι τεσσάρων μηνών έγκυος και έχω πανικοβληθεί με τη γέννα. Η Νέα Υόρκη μυρίζει μουστάρδα και ίσως το μωρό μου να έχει αρχίσει να οξειδώνεται.


Ευτυχισμένος εξ επαφής:

Εγώ είμαι ο εαυτός μου... απλός και γυμνός σαν οδυνηρά νεκρός. Ζω τα κομμάτια της ζωής μου όπως γουστάρω. Η διάθεσή μου είναι πτωχευμένη. Η συνείδησή μου, σκύλα μάνα, ουρλιάζει και κυνηγάει την ουρά της, μου γαβγίζει, με δαγκώνει. Όπως κανείς άλλος έχω κλοτσήσει τη μπάλα της ζωής μου. Γκολ! Γκολ στο κενό της κερκίδας. Γκολ!


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

2020 Κουβανέζικη ποίηση: Νόρχε Εσπινόσα, Αγκουστίν Λαμπράδα, Λουίς Μανουέλ Πέρες Μπουατιέλ, Χουάν Κάρλος Φλόρες, Καρέλ Λέιβα Φερρέρ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 'ENEKEN' (τεύχος 51) to 2020


Norje ESPINOZA

Φορώντας γυναικεία ρούχα


Γι αυτό δεν υψώνω τη φωνή μου, γερο Walt Whitman,

στο αγόρι που γράφει

κοριτσίστικο όνομα στο μαξιλάρι του,

ούτε στον άντρα που ντύνεται γυναίκα

στο σκοτάδι της ντουλάπας.

Lorca

Με τι καθρέφτες

με τι μάτια

να δει αυτό το αγόρι με τα γαλάζια χέρια.

Με τι ομπρέλα να τολμήσει να διασχίσει τη μπόρα

και το δρόμο του πλοίου προς το φεγγάρι.

Πώς να μπορέσει

πώς να μπορέσει έτσι, φορώντας γυναικεία ρούχα

αν η καρδιά του είναι κενή από στήθια αν δεν έχει βαμμένα νύχια

αν το μόνο που έχει είναι μια βεντάλια με λιβελούλες.

Πώς να μπορέσει ν' ανοίξει την πόρτα χωρίς επιτήδευση

να χαιρετήσει τη φίλη που το περίμενε κάτω απ' την αμυγδαλιά

χωρίς να ξέρει ότι η αμυγδαλιά απήγαγε τη φίλη του το άφησε μόνο.

Αχ προς τα πού να πάει έτσι αυτό το αγόρι

που νιώθει να κλαίει ανάμεσα σε κορίτσια που μπερδεύεται

προς τα πού θα μπορέσει να πάει έτσι τόσο ξανθό και γαλανό τόσο χλωμό

για να μετρήσει τα πουλιά να ζητήσει ραντεβού σε χαλασμένα τηλέφωνα

αν έχει μοναχά το μισό ναι το άλλο μισό ανήκει στη

μητέρα.

Από ποιον σε ποιον θα έχει κλέψει αυτή τη χειρονομία αυτή την αστάθεια

αυτές τις κίτρινες βλεφαρίδες αυτή τη φωνή που κάποιες φορές έμοιαζε να βγαίνει απ' τις

σειρήνες.

Ποιος

θα του σβήσει το φως κάτω από το κρεβάτι και θα του ζωγραφίσει τα στήθια

που ονειρεύεται

ποιος θα ζωγραφίσει τα φτερά σ' αυτό τον κακό άγγελο φτιαγμένο για τους

χλευασμούς

αν τα φτερά του τα καταδίκασε ο άνεμος κι ο αναστεναγμός

ποιος ποιος θα το γδύσει πάνω σε ποιο βότανο ή μαντήλι

για να του χαστουκίσει την κοιλιά για να του φτύσει τα πόδια

αυτό το αγόρι με τα μακριά μαλλιά έτσι φορώντας γυναικεία ρούχα.

Με τι καθρέφτες

με τι μάτια

να επιδιορθώσει τις κόρες των ματιών του αυτό το αγόρι που κάποια στιγμή

του άρεσε να το φωνάζουν Αλίσια

που δικαιολογείται και ρίχνει το φταίξιμο στ' αστέρια.

Με τι αστέρια με τι άστρα θα μπορέσει αύριο

να στολίσει τους μηρούς

με τι καρφίτσες θα τα στερεώσει

με τι φτερό θα γράψει την εξομολόγησή του αχ αυτό

το αγόρι

φορώντας γυναικεία ρούχα στο σκοτάδι είναι πικρό και δε θέλει

να βγει δεν τολμάει

δεν ξέρει ποια από τα βρύα διέφυγαν της εμπιστοσύνης του

δεν ξέρει ποιος θα το χαϊδέψει από κάποιο άλλο πάρκο

ποιος θα του δώσει ένα όνομα

με το οποίο θα πήγαινε να κατευνάσει τα περιστέρια

να τα σκοτώσει έτσι να πληρώσουν για τις προσβολές τους.

Με τι καθρέφτες με τι μάτια

θα μπορέσει να τρομάξει τον εαυτό του αυτό το αγόρι

που δε θέλησε να μάθει ούτε καν ένα σφύριγμα για

τις φοιτήτριες

τις φοιτήτριες που γελούν δεν μπορεί να τις σκοτώσει

έτσι φορώντας γυναικεία ρούχα φιμωμένο από τα τριζόνια

πάντα από την άλλη πλευρά της γέφυρας πάντα από την άλλη πλευρά

της μπόρας

πάντα σε ένα λάθος τηλέφωνο

δεν ξέρει το νούμερο ούτε το ίδιο καν δεν το ξέρει.

Έχει χαθεί μέσα σε μια δαντέλα και δεν έχει ψαλίδι

έτσι φορώντας γυναικεία ρούχα σα σε μια συνθήκη προς το

ξημέρωμα


Με τι καθρέφτες

με τι μάτια.


Norje ESPINOZA (1971, Santa Clara, Cuba) Ποιητής, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας. Απόφοιτος της Escuela Nacional de Arte και του Instituto Superior de Artes της Αβάνας. Ένας από τους πιο γνωστούς γκέι ακτιβιστές της Κούβας. Θεατρικά του έργα έχουν ανέβει στην Κούβα, το Πουέρτο Ρίκο, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ.





Agustin LABRADA

Το τρίτο ποίημα του ταξιδιού


Στο σπίτι περίμεναν τα νέα του ταξιδιού.

Τα γράμματά μου ήταν μια ψευδής μαρτυρία

όταν άφησα τη νεροποντή να ξεφύγει,

χωρίς να κρατήσω τις σταγόνες της στα βλέφαρα.

Μεταξύ αμφιβολίας και δράσης: όλη η αγωνία,

και πάνω της έχω υφάνει τα θραύσματα

που κάποτε χαρά έδιναν στην ύπαρξή μας στον κόσμο.


Φέτος είναι η Αποκάλυψη

και γέρνει η ζυγαριά προς το πιο σκιερό σημείο.

Ένα λάθος τόσο μεγάλο έχει επισκιάσει το ταξίδι μας,

τα πιο αγαπημένα πράγματα είναι εξόριστες μορφές

κι αυτή η σειρήνα τρομάζει,

κοντά σ' ένα σταθμό που δεν είναι η δόξα.


Κατά την απουσία μου από το σπίτι, τι έχει συμβεί,

σε ποιον πρέπει να αποδοθούν οι έπαινοι.

Κανείς δεν μ' αναγνωρίζει,

ούτε καν θα με πίστευαν

αν έλεγα την ημερομηνία που έφυγα.

Ντρέπομαι να επιστρέψω σαν ξένος

και να επιβεβαιώσω πως η μοναδική ελπίδα

είναι να προσθέσουμε απλά την απαγορευμένη παράδοση.

Μετά τον ορίζοντα δεν υπάρχει άλλη δυναστεία,

αυτό που καθορίστηκε στα όριά του διαρκεί ακόμα

μαζί με την απομακρυσμένη θλίψη καταφθάνει η λήθη.

Κανείς δε θα με συγχωρέσει που πήγα να πεθάνω

και τις δυο ψυχές ανακάλυψα στην πιο μαύρη πλευρά.

Δεν καταλαβαίνω τους άντρες,

τιμή μου είναι να γνωρίζω πόσο υποφέρει ο γυμνός,

το ταξίδι ήταν ένα όνειρο και στο όνειρο δεν υπάρχω.





Agustin LABRADA

Οδός Μαγιόρ


Τι έκπληξη να σε δω Ιζαμπέλ

να κλαις στο σκοτεινό δρόμο

εξαιτίας του πικρού σου γάμου

μ' ένα γαμπρό από χαρτί.


Πόσο λυπημένος χορός Ιζαμπέλ

σαν Ανδαλουσιανή κηδεία.

Το χωριό φέρει το σταυρό σου

και χρωματίζει ένα άσπλαχνο απόγευμα.


Τόση πολλή στάχτη Ιζαμπέλ

και δεν υπάρχει τρένο προς το φως.





Agustin LABRADA

Αμαρτίες και ερπετά


Καμιά φωτογραφία δε διαιωνίζει

τα πιο γλυκά και απαγορευμένα λεπτά

που γυναίκες απαγορευμένες

χάραξαν με τατουάζ στο σώμα μου

και με προστατεύουν από τις θύελλες,

κάθε φορά που το πράσινο εξαντλείται

και με καταποντίζουν τα σπουργίτια του.


Σε καμιά ταινία

δεν επιπλέει ο ωκεανός της παιδικής μου ηλικίας

με τα πλοία της να πετούν πάνω απ' τους ευκάλυπτους.

Κανένας συνδυασμός πραγμάτων δεν αναπαράγει τη τρυφερότητα,

αμαρτίες και ερπετά

που μεταμορφώνω σε μουσική,

αυτή η μη ομολογημένη ερήμωση.


Ίσως δε διαπερνάει μόνο ένα όμποε,

ένας καθρέφτης πιστός

που πιθανόν μεταφράζει τα δίκτυά μου

και ανεβαίνει μέχρι το παρελθόν,

αλλά καταλαβαίνω στο τέλος το λαβύρινθο,

τους πέτρινους τοίχους του διαγράφω

και ενώνομαι με τη μοίρα που γεννιέται την αυγή.


Ποτέ μη συλλογίζεσαι

τόσο θλιμμένος το φαράγγι,

θα μπέρδευες

τα κοφτερά του βράχια

με τις άπληστες γυναίκες.


Agustin LABRADA (1964, Holguín , Cuba) Ποιητής και δημοσιογράφος. Σπούδασε λογοτεχνία και ισπανική γλώσσα. Είναι συντονιστής του Διεθνούς Βραβείου Ποίησης 'Nicolás Guillén' και διευθύνει το περιοδικό ' Río Hondo'. Από το 1987 έχουν εκδοθεί περισσότερα από 10 ποιητικά βιβλία του και ποιήματά του βρίσκονται σε περισσότερες από 30 ανθολογίες σε όλο τον κόσμο. Από το 1992 ζει στο Μεξικό.





Luis Manuel Pérez Boitiel

Το Καφέ των Ερασιτεχνών


σκέφτηκα τoν Βερλαίν. το πρόσωπό του

μπροστά στην πλατεία Κοντρεσκάρπ. το κρύο

που θα ένιωθε από το δωμάτιο ακόμα.

στα υγρά παγκάκια όπου μπορεί κανείς να βρει τα

ξερά χόρτα του Νοεμβρίου.

στο ξενοδοχείο λείπει έστω κι ένας κάποιος ενθουσιασμός,

όπως φαίνεται απ' το Καφέ των Ερασιτεχνών. λίγος

καπνός πάνω από την πόλη και ένα τρένο

(γεμάτο αβεβαιότητα) στο τελείωμα

κάθε παράξενης παράστασης. σκέφτηκα

τον Βερλαίν. ο εραστής του θα μπορούσε να είναι ο ίδιος.

αλλά δε θα τον έβρισκε εδώ.

δεν είναι ακριβής η σκιά του προσώπου του

ενώ διασχίζει τη λεωφόρο Σεν Μισέλ.

Να προσποιούμαι ότι δεν τον είδα. Να λέω αντίο.

Να παριστάνω ότι οι ώρες γλύκαιναν εκείνους τους τόπους

που ακολουθούμε. Διαθέσιμες εικόνες

από την κιτρινωπή αναγγελία. (Το Καφέ των Ερασιτεχνών)

από περιέργεια σκέφτηκα τον Βερλαίν.


Luis Manuel Pérez Boitiel (1969, Villa Clara, Cuba) Έχουν εκδοθεί περισσότερα από 20 βιβλία του στην Ισπανία, τη Δομινικανή Δημοκρατία, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα και την Κούβα. Του έχουν απονεμηθεί διεθνή βραβεία όπως το Casa de las Américas (2002) και το Premio Manuel Acuña. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.





Juan Carlos FLORES

Παράλληλες ιστορίες


Στον Αλία Κάδρε


Ενώ μπορούσαν να είναι δυο πρόσωπα επέλεξαν να είναι δυο μάσκες,

κοσμικοί δακτύλιοι που ωστόσο ποτέ δε μετατράπηκαν

σε φλόγες.

Τόσοι πολλοί μοιράζονται την ανία ή ένα φανάρι που σβήνει

παγώνοντας τη γιορτή.

Αυτοί προτιμούν να μοιράζονται την έκπληξη και το μαγικό.

Μοιράστηκαν τα βιβλία, τους χάρτες, ένα επιτραπέζιο,

αυτή τη μουσική.

Μοιράστηκαν το αθώο χαλί από άμμο και τη χαρά της θάλασσας.

Μοιράστηκαν την ιεροτελεστία του τσαγιού και την ιεροτελεστία των φρούτων.

Μοιράστηκαν την αγάπη για τα δύο νησιά που είναι ας πούμε

η αγάπη για τα νησιά, βελόνες κάτω από την τραβηγμένη σάρκα.

Θαύμασαν μαζί τα κάδρα ενός ζωγράφου που κάποιοι

θεωρούν Γάλλο

(αυτός αναπνέοντας ψηλαφούσε την υφή, τη μεταλλική οσμή,

τον καταρράκτη των σωμάτων).

Μοιράστηκαν την Αίγυπτο και την Κίνα, πλούσιες σε μύθους,

σε ναούς

σε αναλογικούς άντρες που μιλούν μεταξύ τους όπως

τα δέντρα.

Μοιράστηκαν αυτό που κάποιοι μοιράζονται: τον τρόμο

στο κενό και τη σελήνη,

πληρωμή σ' εκείνα τα πρόσωπα που η μοίρα στα χαρτιά παίζει.

Μοιράστηκαν την ίδια νοσταλγία: λογαριασμούς για

τις διαθέσιμες καρέκλες

την ώρα που η σιωπή, επιδέξιος τεχνίτης,

το περιλαίμιο υφαίνει του χαμένου,

υψηλή παλίρροια που επιστρέφει και ρίχνει νεκρά σημάδια, ψάρια

με ακίνητα μάτια.

Έπαιξαν αυτούς, έπαιξαν τους άλλους, έπαιξαν

για παράδειγμα

έναν αργεντινό συγγραφέα και μια ανατολίτισσα.

Εκείνη τη νύχτα είδαν το ίδιο όνειρο, την ίδια κλωστή, τις ίδιες

περιστροφές,

ο μονόκερως θα ανοιγόταν στα φτωχά κουτάλια, αυτή η σταγόνα

αίματος

θα αναζωογονούσε άραγε τους πέτρινους λαιμούς, τα όχι πια διψασμένα παραπέτα;

Κοιμόντουσαν. Ξύπνησαν. Ξανακοιμήθηκαν.

Κάτι έμαθαν ο ένας από τον άλλο, και οι δυο από τη στάχτη.

Έμαθαν ότι το ποίημα δεν είναι ξίφος δεν είναι αλέτρι

δε γράφεται

είναι το να φεύγεις από το σώμα, να σπας αυτά τα πλέγματα, να φεύγεις όπως

δραπετεύει ένα σαλιγκάρι.


Και οι δυο ήξεραν ότι η πραγματικότητα είναι μια προσβολή,

έντομο αναιδές

κι επίσης είναι ένα σεντούκι με μια περγαμηνή κι ένα κερί.

Δε μας κοστίζει τίποτα να φανταζόμαστε πως τις τελευταίες στιγμές

ανάμεσα στη σφαίρα και το γυαλί που τη σχίζει, αυτός υπήρξε γενναίος.

Δε μας κοστίζει τίποτα να φανταζόμαστε πως δέχτηκε την επίσκεψη

ενός αγγέλου,

που κάλυψε την όραση, που κάλυψε το Μπουένος Άιρες.

Όχι την αυγή των γκάουτσο και των ζώων, όχι το σαλόνι

των διαφόρων Εσπινόζα και Γκόνγκορα,

την οικειότητα, το απομεινάρι που έδωσε το ατσάλι του

ενάντια στα αγριογούρουνα με τους κυνόδοντες που προς τα πάνω είναι στραμμένοι,

που μετατρέπουν το χώρο και το χρόνο σε αμηχανία.

Μια κοπέλα απ' αυτές που

αγνοούμε το όνομα,

μια υψηλή και όχι δαιμονισμένη θεότητα ελάχιστα εκφρασμένη,

στρόβιλος που αν δεν ξεριζώνει τα δέντρα τα γδέρνει.

Εμάς δε μας ενοχλεί να φανταζόμαστε ότι το αναμμένο κάρβουνο

έγραψε στους καθρέφτες ή στο πανωφόρι του νερού:

Τώρα δε θέλω πια να είναι αυτό το πράγμα, αυτό το τούβλο

από ένα καθεδρικό ναό

που σα τον πύργο της Βαβέλ υψώνεται και καταστρέφεται.

Ποιος ήταν αυτός, ποιος Θεός κρυβόταν πίσω από το χέρι

που έχυνε σε κουβάρια το αλάτι των καθαγιασμών;

Πέθανε. Τον έθαψαν. Έπλεε. Με τους νεκρούς.

Ρέκβιεμ.

Η Μαρία Κοντάμα συνέχισε δροσιά να σκορπίζει στα

αμφιθέατρα της νύχτας.

Με κομψότητα, με τρυφερότητα όπως ταιριάζει

σ΄ ένα γεράνι

που ποτέ δε θα γερνούσε, δε θα φθειρόταν

στην πλανητική μνήμη.

Από τον Μπόρχες του έμεναν λίγα κέρματα,

ένα χέρι στη θάλασσα

κι ένα μπαστούνι, κρατούσε τα χτυπήματά του για

τους τοίχους, όπως ο Οιδίποδας.


Juan Carlos FLORES (1962-2016, Havana, Cuba) Έζησε σαν απόκληρος στην Κούβα, χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο και κανονικό επάγγελμα. Σα συγγραφέας έγινε γνωστός για τη συμμετοχή του στην κοσμοπολίτικη λογοτεχνική κουλτούρα της Αβάνας. Ήταν επίσης πρωτοπόρος στην πειραματική ποίηση και στις περφόρμανς που έλαβαν χώρα τις τελευταίες δεκαετίες στην κοινότητά του. Αυτοκτόνησε το 2016, την εποχή που εργαζόταν με μια ποιητική και εικαστική ομάδα.





Karel Leyva Ferrer

Ο επισκέπτης


Εδώ μένει η αγαπημένη

την έχουν δει οι γείτονες

κι έχουν προσθέσει στο ιστορικό της

δελτία

διακριτικά κοινοβούλια

μια μνήμη ως απόδειξη της αισιοδοξίας.

όποιος περνάει από την πόρτα της

σχεδόν δεν εκλαμβάνεται για άγνωστος


Χθες ενώ δάγκωνε ένα μήλο

σε ανταγωνιστική θέση με την ηλιοφάνεια

βρήκε ένα μικροσκοπικό αυλάκι

ένα ζωντανό απομεινάρι στο κέντρο του μήλου

Τώρα πια τίποτα δεν είναι αναμενόμενο

είπε ήρεμη

και συνέχισε το τελετουργικό της

τώρα με μανία


Karel Leyva Ferrer (1975, Santiago de Cuba) Από πολύ νέος προώθησε σημαντικές πολιτιστικές δράσεις στη Κούβα και διεθνώς. Αποφοίτησε από το εργαστήριο 'Historia y Práctica de la Creación Poética (2004) και πήρε εξειδίκευση στη λογοτεχνία στη 'Casa de la Poesía de la Oficina del Historiador στην Αβάνα. Έχει βραβευτεί για το ποιητικό του έργο μεταξύ άλλων με το Διεθνές Βραβείο Ποίησης 'Nosside Caribe' και το βραβείο 'Regino Pedroso'. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες και περιοδικές εκδόσεις.