Δεν υπήρχε τρόπος για να απαλλαγεί ο Χερμάν από αυτή την εμμονή να φέρνει ζώα στο σπίτι του. Στο παιδικό του δωμάτιο πάντα είχε μπουκαλάκια όπου φιλοξενούσε όλων των ειδών τα παράσιτα, που του κρατούσαν μόνο όσο χρόνο η Ρεβέκκα, η μητέρα του, έκανε για να τα ανακαλύψει. Η γυναίκα χρησιμοποιούσε τρομοκρατημένη το κηροπήγιο για να τα σκοτώσει και, όταν είχε να κάνει με γάτες, που έστελνε να τις πετάξουν μακριά από τη γειτονιά, αφού πάντα επέστρεφαν στο σπίτι, στο τέλος παρακαλούσε την υπηρέτρια να τις βάλει σε έναν σάκο και να τις πνίξει στη στέρνα.
Όσο πιο πολύ μεγάλωνε ο Χερμάν τόσο μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των ζώων που φιλοξενούσε εκεί. Το σπίτι αυτό είχε πάψει να είναι κατοικία και είχε μετατραπεί σε ζωολογικό κήπο, χωρίς προγραμματισμό ούτε καμία τάξη. Είδη αρκετά γνωστά ή σπάνια συμβίωναν επιβάλλοντας το καθένα την ατομική του κυριαρχία, χαλαρώνοντας το χαλινάρι στα ένστικτά τους. Κάποιες φορές αδελφοποιούνταν με ένα τρόπο που προκαλούσε έκπληξη: Η Πάντσα, μια σκύλα, θήλαζε εφτά γατάκια· η Γερτρούδη το ποντίκι κοιμόταν στη φωλιά του Ούρσουλο, ενός γερακιού· ο Μπενίτο το οπόσουμ υιοθέτησε τρυφερά τη Σέλια, τη φραγκόκοτα, που ήταν πολύ παραγωγική· ο Εδουάρδο ο Δεύτερος, το πούμα, διατηρούσε σχέσεις σχεδόν θυγατρικές με τον Παγκανίνι, τον ασβό. Ήταν αδιαμφισβήτητο ότι πολλά από τα ζώα ήταν μεταξύ τους πιο ευγενικά απ’ ό,τι οι άνθρωποι, αλλά τα περισσότερα καταβρόχθιζαν το ένα το άλλο και η φασαρία που έκαναν στη διάρκεια των άγριων τσακωμών τους ήταν ανυπόφορη. Το χειρότερο ήταν ότι ο Χερμάν είχε τη συνήθεια να θάβει τα ζώα του στον κήπο και στην πραγματικότητα η Ρεβέκκα ήταν αναγκασμένη να ζει σε ένα νεκροταφείο, υπομένοντας τη δυσοσμία κάθε φορά που η ύαινα τις νύχτες ξέθαβε τα πτώματα.
Ήταν θέλημα του ελάχιστα φιλεύσπλαχνου Θεού που η Ρεβέκκα έμεινε χήρα και τώρα, στα εξήντα της, κατηγορεί τον Χερμάν που κανένας άντρας δεν τόλμησε να την προσεγγίσει στη ζωή της, λόγω όλων αυτών των ζώων που κατέκλυζαν το σπίτι. Ήταν λογικό να μη θέλει κανένας να τη φλερτάρει, καθώς βρωμούσε ολόκληρη κουτσουλιές πουλερικών, γουρουνίσια σκατά και ούρα ασβού.
Η περίλυπη Ρεβέκκα πραγματοποίησε ένα μακρύ ταξίδι για να πάει να δει την Παρθένο της Τσιτσικουίχα. Πέρασε είκοσι δύο ώρες σε ένα δευτεροκλασάτο φορτηγό και εννιά ώρες καβάλα σε ένα σε μουλάρι, μέχρι να φτάσει στο έλος, απ’ όπου έπρεπε να κάνει πεζή τον γύρο των βάλτων με τον Ιησού στο στόμα, κάθε φορά που κολλούσε στους νερόλακκους· με ρευματικούς πόνους από την πολλή υγρασία, κάθισε λίγες ώρες να ξαποστάσει στην άκρη του γκρεμού, και από κει σκαρφάλωσε στις πλαγιές με τις κοφτερές πέτρες μέχρι τη βουνοκορφή, όπου βρισκόταν το παρεκκλήσι. Έφτασε με τα πόδια πληγωμένα και τα πνευμόνια έτοιμα να εκραγούν, όμως έφτασε. Με τη ματαιοδοξία της ηρωίδας που είχε καταφέρει να φέρει εις πέρας μια τέτοια διαδρομή, παρακάλεσε την Παρθένο να κάνει το θαύμα της και να εμποδίσει τον Χερμάν να φέρει κι άλλα ζώα στο σπίτι τους. Παραπονούμενη η Ρεβέκκα διηγήθηκε της καλής Παρθένου όλες τις κακοτυχίες που της προκαλούσαν τα κατοικίδια του γιου της: η αποχέτευση είχε βουλώσει με τόσα βατράχια και σαλαμάνδρες που η ίδια είχε πετάξει στη λεκάνη της τουαλέτας· το νερό βγήκε μολυσμένο από τις πνιγμένες γάτες στη στέρνα και της προκάλεσε τύφο, από τον οποίο σώθηκε με τη βοήθεια της χάρης του Θεού· ξυπνούσε το πρωί με πυρετό, γεμάτη φουσκάλες με πύον, που είχαν προκληθεί από τα δαγκώματα που της είχαν κάνει οι ταραντούλες, οι αποκαλούμενες ‘πολύτιμες’, που τις είχε φέρει ο γιος της από την έρημο του Σαν Λουίς· ο Νεσαγουαλκόγιοτλ1, ένα από τα άτριχα σκυλιά, τη δάγκωσε και την υποχρέωσαν να κάνει σαράντα ενέσεις στον αφαλό· το γλυκό που έπρεπε να πάει στη βαφτισιμιά της βγήκε από το φούρνο διακοσμημένο με τη Χοσεφίνα, ένα οπόσουμ· ο Τομασίτο, η νυχτερίδα, είχε τη συνήθεια να κρέμεται από το κεφαλάρι του μπρούτζινου κρεβατιού της και της έριχνε κόπρανα πάνω στα σεντόνια· η τσικιμουλτέκα2 μαϊμού, κάποια Βονιφάσια, που ήταν ερωτευμένη με τον γιο της, δέσμια της ζήλιας της, προσπάθησε να την πνίξει τυλίγοντας την ουρά της στον λαιμό· σκόνταφτε διαρκώς στη Ρουπέρτα, τον βόα· τα κοραλιοειδή φίδια τα έκοψε σε φέτες και με έκπληξή της είδε ότι δεν πέθαιναν και παντού σπαρταρούσαν τα κομμάτια. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Σαρίτα, η ύαινα, την κορόιδευε όλη την ώρα.
Τα βάσανά της ήταν τέτοια που χρειαζόταν τη βοήθεια του Θεού, γιατί όσο και να σκότωνε ζώα αυτά πολλαπλασιάζονταν με αφθονία και επιπλέον κατέφθαναν άλλα καινούργια, για να γεμίσουν μέχρι κορεσμού τον σπιτικό ζωολογικό κήπο. Οι τύψεις δεν την άφηναν σε ησυχία και προσδοκούσε συγχώρεση που είχε σκοτώσει τόσα πλασματάκια του Θεού. Πάνω απ’ όλα, αυτό που ζητούσε η Ρεβέκκα ήταν φώτιση για τοn γιο της, να γιατρευτεί από αυτή του την εμμονή. Ο Χερμανσίτο ήταν πλέον σαράντα χρονών και αφοσιωμένος στη φροντίδα όλου αυτού του συρφετού από ζώα, ούτε από τύχη δεν θα του προέκυπτε να παντρευτεί. Το παιδί δεν φαινόταν να χρειάζεται την ανθρώπινη ζεστασιά και με την απάθειά του είχε μετατραπεί σε ένα δύσοσμο παχύδερμο και επιπλέον ήταν τρομακτική αυτή η κτηνωδία στους τρόπους του. Η μητέρα ζήτησε με όλη της την ψυχή από την Παρθένο να δώσει στο παιδί της φώτιση για να μπορέσει να ενδιαφερθεί για πράγματα πιο χρήσιμα, να του ανοίξει τον δρόμο της αγάπης και να τον οδηγήσει στο να γίνει ένας ωφέλιμος άνθρωπος. Η Ρεβέκκα έδειχνε εμπιστοσύνη στην Παρθένο της Τσιτσικουίχα, την πιο θαυματουργή από όλες που ήταν αφιερωμένες στη Μαρία. Υποσχέθηκε, αν εισάκουε τις παρακλήσεις της, να της υφάνει ένα πανωφόρι με ασημένια κλωστή, κεντημένο με μαύρες και γκρενά χάντρες.
Όταν η Ρεβέκκα έφτασε στο σπίτι της, ο Χερμάν είχε μια νέα μασκότ που έφερε από την έρημο του Σαν Λουίς και της έδωσε το όνομα Ιλάρια. Όταν τη συνάντησε η Ρεβέκκα έβγαλε μια τρομακτική κραυγή. Ποτέ δεν είχε δει ένα τόσο άσχημο ζώο. Είχε ένα τρίχωμα γκριζωπό και μακρύ, κάτι σχιστά ματάκια, που προμήνυαν με σιγουριά πισώπλατα μαχαιρώματα. Όταν περπατούσε έτριζαν τα κόκαλά της, κύρτωνε η ραχοκοκαλιά της και έβγαζε μια μυρουδιά που παρέπεμπε σε ψημένο φιστίκι συνδυασμένο με ξύδι. Ο λαιμός της ήταν μακρύς και τον τέντωνε και τον μάζευε όπως κάνουν οι χελώνες, και είχε την αναπνοή ταύρου σε οίστρο. Της ήταν δύσκολο να καταλάβει σε ποια ράτσα ή σε ποιο είδος ανήκε αυτό το ζώο, αλλά το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ήταν θηλυκιά, κάτι που προμήνυε μια αναπαραγωγική απειλή.
Το κτήνος Ιλάρια παρέμεινε στην κουζίνα για να το προσέχει η Ρεβέκκα, την ώρα που ο Χερμάν βγήκε για να αγοράσει κάποια ειδική τροφή. Έπεσε εκεί στο πάτωμα, καταφανώς πράο· μια ελαφρά έκκριση τού έτρεχε από τα ρουθούνια και τα υγρά του ματάκια άρχισαν να γίνονται τόσο εκφραστικά, σαν να προσπαθούσε να πει κάτι σημαντικό. Της Ρεβέκκας της προξένησε οίκτο και του πέταξε μια μπανάνα, αλλά μόλις είδε πώς την καταβρόχθισε με την ισχνή μουσούδα του και πρόσεξε την κιτρινάδα που είχαν οι κυνόδοντές του, της φάνηκε πάλι αποκρουστικό. Δεν είχε τη διάθεση να συμβιώσει μ’ αυτό το καταραμένο ζώο και αποφάσισε να το σκοτώσει. Στην αρχή το άλειψε παντού με λεμόνι και χοντρό αλάτι για να δει αν θα το ξεφορτωνόταν σαν τις σαλαμάνδρες· αυτό το τρίψιμο δεν έφτασε ούτε καν για να καθαρίσει τη βρώμα, γι’ αυτό το άρχισε στα χτυπήματα και καθώς ξέφυγε στριγκλίζοντας έπρεπε να ρίξει πάνω του ένα δίχτυ. Παγιδευμένο, με τα μάτια ψημένα από το λεμόνι και το αλάτι και χωρίς αντιστάσεις, το έλουσε με βενζίνη. Αστραπιαία η Ρεβέκκα του έβαλε φωτιά, περήφανη γι’ αυτή την τακτική που ήταν αλάνθαστη. Παρατήρησε εξεταστικά το φλεγόμενο ζώο και ανακάλυψε ότι, παρά την ομοιότητά του με τη μαϊμού-αράχνη, αυτό το αποκρουστικό θηλαστικό ήταν ένα δείγμα του ανθρώπινου είδους. Ταραγμένη λόγω της φοβίας της για τα ζώα, που μέχρι και στα όνειρά της εμφανίζονταν υβριδικά και τερατώδη, δεν μπόρεσε να διακρίνει μια όμοιά της. Είχε σκοτώσει μια γυναίκα, μια κοπέλα, που ήταν η πρώτη αγάπη του λατρεμένου της γιου.
***
Η Adela Fernández (Πόλη του Μεξικού, 1942-2013) ήταν διηγηματογράφος, θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα, κόρη του κινηματογραφικού σκηνοθέτη Emilio el «Indio» Fernández (1904-1986). Εκτός από το λογοτεχνικό της έργο, άφησε επίσης έργα γαστρονομίας, δοκίμια για τα ναρκωτικά και τους προκολομβιανούς πολιτισμούς, ενώ έγραψε και σκηνοθέτησε ταινίες μικρού μήκους. Τόσο στα λογοτεχνικά της κείμενα όσο και στις ταινίες της αντανακλάται η γοητεία που της ασκούσαν τα μυθικά, μαγικά και τελετουργικά φαινόμενα, καθώς ταξίδεψε σε πολλές κοινότητες ιθαγενών, εργαζόμενη για το Instituto Nacional Indigenista. Ερεύνησε επίσης τις συνταγές και τις παραδοσιακές τελετουργίες πολλών μεξικανικών πολιτειών στο βιβλίο της La tradicional cocina mexicana (1985), ενώ στο βιβλίο της Sabrosuras de la muerte (2012), ασχολήθηκε με τις προκολομβιανές δοξασίες περί του ταξιδιού των νεκρών. Εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων, Duermevelas (1986) και Vago espinazo de la noche (1996), συγκεντρωμένες τώρα στον τόμο Cuentos reunidos (2022), οι οποίες εντάσσονται στη λογοτεχνία του φανταστικού, του τρόμου και του υπερφυσικού, καθώς και στον υπερρεαλισμό. Το έργο της Αντέλα Φερνάντες παραβάλλεται συχνά δίπλα σε μείζονα ονόματα της γυναικείας μεξικανικής διηγηματογραφίας, μεταξύ των οποίων η Elena Garro, η Rosario Castellanos και η Amparo Dávila.
Στις ιστορίες του βιβλίου Vago Espinazo de la Noche ανασύρεται από τις πιο σκοτεινές ιστορίες και δοξασίες της μεξικανικής παράδοσης ό,τι πιο ανοίκειο και παράδοξο. Σε μια από αυτές, στο διήγημα «Αυτό το καταραμένο ζώο» που παρουσιάζεται εδώ, η Φερνάντες αναλύει το θέμα της συγγραφικής της εμμονής: τη σκληρότητα ως προέλευση της αγωνίας και του πόνου, και την πνευματική δυστυχία όσων την υφίστανται.
1 Πρόκειται για όνομα στη γλώσσα νάουατλ (αζτεκικά) που σημαίνει το «πεινασμένο κογιότ». Ανήκει στον λόγιο, φιλόσοφο και ποιητή του Μεξικού της προκολομβιανής εποχής, Nezahualcóyotl (1402-1472), ηγεμόνα (tlatoani) της πόλης-κράτους Texcoco.
2 Από την πόλη της Γουατεμάλας Chiquimula.