Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

2024 - Adela Fernández: "Αυτό το καταραμένο ζώο"

Δεν υπήρχε τρόπος για να απαλλαγεί ο Χερμάν από αυτή την εμμονή να φέρνει ζώα στο σπίτι του. Στο παιδικό του δωμάτιο πάντα είχε μπουκαλάκια όπου φιλοξενούσε όλων των ειδών τα παράσιτα, που του κρατούσαν μόνο όσο χρόνο η Ρεβέκκα, η μητέρα του, έκανε για να τα ανακαλύψει. Η γυναίκα χρησιμοποιούσε τρομοκρατημένη το κηροπήγιο για να τα σκοτώσει και, όταν είχε να κάνει με γάτες, που έστελνε να τις πετάξουν μακριά από τη γειτονιά, αφού πάντα επέστρεφαν στο σπίτι, στο τέλος παρακαλούσε την υπηρέτρια να τις βάλει σε έναν σάκο και να τις πνίξει στη στέρνα.

Όσο πιο πολύ μεγάλωνε ο Χερμάν τόσο μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των ζώων που φιλοξενούσε εκεί. Το σπίτι αυτό είχε πάψει να είναι κατοικία και είχε μετατραπεί σε ζωολογικό κήπο, χωρίς προγραμματισμό ούτε καμία τάξη. Είδη αρκετά γνωστά ή σπάνια συμβίωναν επιβάλλοντας το καθένα την ατομική του κυριαρχία, χαλαρώνοντας το χαλινάρι στα ένστικτά τους. Κάποιες φορές αδελφοποιούνταν με ένα τρόπο που προκαλούσε έκπληξη: Η Πάντσα, μια σκύλα, θήλαζε εφτά γατάκια· η Γερτρούδη το ποντίκι κοιμόταν στη φωλιά του Ούρσουλο, ενός γερακιού· ο Μπενίτο το οπόσουμ υιοθέτησε τρυφερά τη Σέλια, τη φραγκόκοτα, που ήταν πολύ παραγωγική· ο Εδουάρδο ο Δεύτερος, το πούμα, διατηρούσε σχέσεις σχεδόν θυγατρικές με τον Παγκανίνι, τον ασβό. Ήταν αδιαμφισβήτητο ότι πολλά από τα ζώα ήταν μεταξύ τους πιο ευγενικά απ’ ό,τι οι άνθρωποι, αλλά τα περισσότερα καταβρόχθιζαν το ένα το άλλο και η φασαρία που έκαναν στη διάρκεια των άγριων τσακωμών τους ήταν ανυπόφορη. Το χειρότερο ήταν ότι ο Χερμάν είχε τη συνήθεια να θάβει τα ζώα του στον κήπο και στην πραγματικότητα η Ρεβέκκα ήταν αναγκασμένη να ζει σε ένα νεκροταφείο, υπομένοντας τη δυσοσμία κάθε φορά που η ύαινα τις νύχτες ξέθαβε τα πτώματα.

Ήταν θέλημα του ελάχιστα φιλεύσπλαχνου Θεού που η Ρεβέκκα έμεινε χήρα και τώρα, στα εξήντα της, κατηγορεί τον Χερμάν που κανένας άντρας δεν τόλμησε να την προσεγγίσει στη ζωή της, λόγω όλων αυτών των ζώων που κατέκλυζαν το σπίτι. Ήταν λογικό να μη θέλει κανένας να τη φλερτάρει, καθώς βρωμούσε ολόκληρη κουτσουλιές πουλερικών, γουρουνίσια σκατά και ούρα ασβού.

Η περίλυπη Ρεβέκκα πραγματοποίησε ένα μακρύ ταξίδι για να πάει να δει την Παρθένο της Τσιτσικουίχα. Πέρασε είκοσι δύο ώρες σε ένα δευτεροκλασάτο φορτηγό και εννιά ώρες καβάλα σε ένα σε μουλάρι, μέχρι να φτάσει στο έλος, απ’ όπου έπρεπε να κάνει πεζή τον γύρο των βάλτων με τον Ιησού στο στόμα, κάθε φορά που κολλούσε στους νερόλακκους· με ρευματικούς πόνους από την πολλή υγρασία, κάθισε λίγες ώρες να ξαποστάσει στην άκρη του γκρεμού, και από κει σκαρφάλωσε στις πλαγιές με τις κοφτερές πέτρες μέχρι τη βουνοκορφή, όπου βρισκόταν το παρεκκλήσι. Έφτασε με τα πόδια πληγωμένα και τα πνευμόνια έτοιμα να εκραγούν, όμως έφτασε. Με τη ματαιοδοξία της ηρωίδας που είχε καταφέρει να φέρει εις πέρας μια τέτοια διαδρομή, παρακάλεσε την Παρθένο να κάνει το θαύμα της και να εμποδίσει τον Χερμάν να φέρει κι άλλα ζώα στο σπίτι τους. Παραπονούμενη η Ρεβέκκα διηγήθηκε της καλής Παρθένου όλες τις κακοτυχίες που της προκαλούσαν τα κατοικίδια του γιου της: η αποχέτευση είχε βουλώσει με τόσα βατράχια και σαλαμάνδρες που η ίδια είχε πετάξει στη λεκάνη της τουαλέτας· το νερό βγήκε μολυσμένο από τις πνιγμένες γάτες στη στέρνα και της προκάλεσε τύφο, από τον οποίο σώθηκε με τη βοήθεια της χάρης του Θεού· ξυπνούσε το πρωί με πυρετό, γεμάτη φουσκάλες με πύον, που είχαν προκληθεί από τα δαγκώματα που της είχαν κάνει οι ταραντούλες, οι αποκαλούμενες ‘πολύτιμες’, που τις είχε φέρει ο γιος της από την έρημο του Σαν Λουίς· ο Νεσαγουαλκόγιοτλ1, ένα από τα άτριχα σκυλιά, τη δάγκωσε και την υποχρέωσαν να κάνει σαράντα ενέσεις στον αφαλό· το γλυκό που έπρεπε να πάει στη βαφτισιμιά της βγήκε από το φούρνο διακοσμημένο με τη Χοσεφίνα, ένα οπόσουμ· ο Τομασίτο, η νυχτερίδα, είχε τη συνήθεια να κρέμεται από το κεφαλάρι του μπρούτζινου κρεβατιού της και της έριχνε κόπρανα πάνω στα σεντόνια· η τσικιμουλτέκα2 μαϊμού, κάποια Βονιφάσια, που ήταν ερωτευμένη με τον γιο της, δέσμια της ζήλιας της, προσπάθησε να την πνίξει τυλίγοντας την ουρά της στον λαιμό· σκόνταφτε διαρκώς στη Ρουπέρτα, τον βόα· τα κοραλιοειδή φίδια τα έκοψε σε φέτες και με έκπληξή της είδε ότι δεν πέθαιναν και παντού σπαρταρούσαν τα κομμάτια. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Σαρίτα, η ύαινα, την κορόιδευε όλη την ώρα.

Τα βάσανά της ήταν τέτοια που χρειαζόταν τη βοήθεια του Θεού, γιατί όσο και να σκότωνε ζώα αυτά πολλαπλασιάζονταν με αφθονία και επιπλέον κατέφθαναν άλλα καινούργια, για να γεμίσουν μέχρι κορεσμού τον σπιτικό ζωολογικό κήπο. Οι τύψεις δεν την άφηναν σε ησυχία και προσδοκούσε συγχώρεση που είχε σκοτώσει τόσα πλασματάκια του Θεού. Πάνω απ’ όλα, αυτό που ζητούσε η Ρεβέκκα ήταν φώτιση για τοn γιο της, να γιατρευτεί από αυτή του την εμμονή. Ο Χερμανσίτο ήταν πλέον σαράντα χρονών και αφοσιωμένος στη φροντίδα όλου αυτού του συρφετού από ζώα, ούτε από τύχη δεν θα του προέκυπτε να παντρευτεί. Το παιδί δεν φαινόταν να χρειάζεται την ανθρώπινη ζεστασιά και με την απάθειά του είχε μετατραπεί σε ένα δύσοσμο παχύδερμο και επιπλέον ήταν τρομακτική αυτή η κτηνωδία στους τρόπους του. Η μητέρα ζήτησε με όλη της την ψυχή από την Παρθένο να δώσει στο παιδί της φώτιση για να μπορέσει να ενδιαφερθεί για πράγματα πιο χρήσιμα, να του ανοίξει τον δρόμο της αγάπης και να τον οδηγήσει στο να γίνει ένας ωφέλιμος άνθρωπος. Η Ρεβέκκα έδειχνε εμπιστοσύνη στην Παρθένο της Τσιτσικουίχα, την πιο θαυματουργή από όλες που ήταν αφιερωμένες στη Μαρία. Υποσχέθηκε, αν εισάκουε τις παρακλήσεις της, να της υφάνει ένα πανωφόρι με ασημένια κλωστή, κεντημένο με μαύρες και γκρενά χάντρες.

Όταν η Ρεβέκκα έφτασε στο σπίτι της, ο Χερμάν είχε μια νέα μασκότ που έφερε από την έρημο του Σαν Λουίς και της έδωσε το όνομα Ιλάρια. Όταν τη συνάντησε η Ρεβέκκα έβγαλε μια τρομακτική κραυγή. Ποτέ δεν είχε δει ένα τόσο άσχημο ζώο. Είχε ένα τρίχωμα γκριζωπό και μακρύ, κάτι σχιστά ματάκια, που προμήνυαν με σιγουριά πισώπλατα μαχαιρώματα. Όταν περπατούσε έτριζαν τα κόκαλά της, κύρτωνε η ραχοκοκαλιά της και έβγαζε μια μυρουδιά που παρέπεμπε σε ψημένο φιστίκι συνδυασμένο με ξύδι. Ο λαιμός της ήταν μακρύς και τον τέντωνε και τον μάζευε όπως κάνουν οι χελώνες, και είχε την αναπνοή ταύρου σε οίστρο. Της ήταν δύσκολο να καταλάβει σε ποια ράτσα ή σε ποιο είδος ανήκε αυτό το ζώο, αλλά το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ήταν θηλυκιά, κάτι που προμήνυε μια αναπαραγωγική απειλή.

Το κτήνος Ιλάρια παρέμεινε στην κουζίνα για να το προσέχει η Ρεβέκκα, την ώρα που ο Χερμάν βγήκε για να αγοράσει κάποια ειδική τροφή. Έπεσε εκεί στο πάτωμα, καταφανώς πράο· μια ελαφρά έκκριση τού έτρεχε από τα ρουθούνια και τα υγρά του ματάκια άρχισαν να γίνονται τόσο εκφραστικά, σαν να προσπαθούσε να πει κάτι σημαντικό. Της Ρεβέκκας της προξένησε οίκτο και του πέταξε μια μπανάνα, αλλά μόλις είδε πώς την καταβρόχθισε με την ισχνή μουσούδα του και πρόσεξε την κιτρινάδα που είχαν οι κυνόδοντές του, της φάνηκε πάλι αποκρουστικό. Δεν είχε τη διάθεση να συμβιώσει μ’ αυτό το καταραμένο ζώο και αποφάσισε να το σκοτώσει. Στην αρχή το άλειψε παντού με λεμόνι και χοντρό αλάτι για να δει αν θα το ξεφορτωνόταν σαν τις σαλαμάνδρες· αυτό το τρίψιμο δεν έφτασε ούτε καν για να καθαρίσει τη βρώμα, γι’ αυτό το άρχισε στα χτυπήματα και καθώς ξέφυγε στριγκλίζοντας έπρεπε να ρίξει πάνω του ένα δίχτυ. Παγιδευμένο, με τα μάτια ψημένα από το λεμόνι και το αλάτι και χωρίς αντιστάσεις, το έλουσε με βενζίνη. Αστραπιαία η Ρεβέκκα του έβαλε φωτιά, περήφανη γι’ αυτή την τακτική που ήταν αλάνθαστη. Παρατήρησε εξεταστικά το φλεγόμενο ζώο και ανακάλυψε ότι, παρά την ομοιότητά του με τη μαϊμού-αράχνη, αυτό το αποκρουστικό θηλαστικό ήταν ένα δείγμα του ανθρώπινου είδους. Ταραγμένη λόγω της φοβίας της για τα ζώα, που μέχρι και στα όνειρά της εμφανίζονταν υβριδικά και τερατώδη, δεν μπόρεσε να διακρίνει μια όμοιά της. Είχε σκοτώσει μια γυναίκα, μια κοπέλα, που ήταν η πρώτη αγάπη του λατρεμένου της γιου.



***



Η Adela Fernández (Πόλη του Μεξικού, 1942-2013) ήταν διηγηματογράφος, θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα, κόρη του κινηματογραφικού σκηνοθέτη Emilio el «Indio» Fernández (1904-1986). Εκτός από το λογοτεχνικό της έργο, άφησε επίσης έργα γαστρονομίας, δοκίμια για τα ναρκωτικά και τους προκολομβιανούς πολιτισμούς, ενώ έγραψε και σκηνοθέτησε ταινίες μικρού μήκους. Τόσο στα λογοτεχνικά της κείμενα όσο και στις ταινίες της αντανακλάται η γοητεία που της ασκούσαν τα μυθικά, μαγικά και τελετουργικά φαινόμενα, καθώς ταξίδεψε σε πολλές κοινότητες ιθαγενών, εργαζόμενη για το Instituto Nacional Indigenista. Ερεύνησε επίσης τις συνταγές και τις παραδοσιακές τελετουργίες πολλών μεξικανικών πολιτειών στο βιβλίο της La tradicional cocina mexicana (1985), ενώ στο βιβλίο της Sabrosuras de la muerte (2012), ασχολήθηκε με τις προκολομβιανές δοξασίες περί του ταξιδιού των νεκρών. Εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων, Duermevelas (1986) και Vago espinazo de la noche (1996), συγκεντρωμένες τώρα στον τόμο Cuentos reunidos (2022), οι οποίες εντάσσονται στη λογοτεχνία του φανταστικού, του τρόμου και του υπερφυσικού, καθώς και στον υπερρεαλισμό. Το έργο της Αντέλα Φερνάντες παραβάλλεται συχνά δίπλα σε μείζονα ονόματα της γυναικείας μεξικανικής διηγηματογραφίας, μεταξύ των οποίων η Elena Garro, η Rosario Castellanos και η Amparo Dávila.

Στις ιστορίες του βιβλίου Vago Espinazo de la Noche ανασύρεται από τις πιο σκοτεινές ιστορίες και δοξασίες της μεξικανικής παράδοσης ό,τι πιο ανοίκειο και παράδοξο. Σε μια από αυτές, στο διήγημα «Αυτό το καταραμένο ζώο» που παρουσιάζεται εδώ, η Φερνάντες αναλύει το θέμα της συγγραφικής της εμμονής: τη σκληρότητα ως προέλευση της αγωνίας και του πόνου, και την πνευματική δυστυχία όσων την υφίστανται.


1 Πρόκειται για όνομα στη γλώσσα νάουατλ (αζτεκικά) που σημαίνει το «πεινασμένο κογιότ». Ανήκει στον λόγιο, φιλόσοφο και ποιητή του Μεξικού της προκολομβιανής εποχής, Nezahualcóyotl (1402-1472), ηγεμόνα (tlatoani) της πόλης-κράτους Texcoco.

2 Από την πόλη της Γουατεμάλας Chiquimula.


2024 - Fernando Iwasaki "Πολυπολιτισμικότητα"


ΟΤΑΝ Η ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΗ ΕΦΥΓΕ κανένας δεν με πίστεψε πως το διαβολάκι της έμεινε κρυμμένο στο διαμέρισμα. Ο Chullachaqui* έφαγε το χάμστερ, το είδα. Η καινούργια από το Εκουαδόρ μου υποσχέθηκε ότι θα ανέθετε στο δαίμονά της να καθαρίσει το σπίτι. “Ο τεντέν μου τον σκότωσε τον Chullachaqui”, με ξύπνησε ένα πρωί με ένα τρελό γέλιο και μου έδειξε μια πλαστική τσάντα που έσταζε αίμα. Όταν η μαμά έδιωξε την κοπέλα από το Εκουαδόρ, άρχισα να φοβάμαι τον τεντέν, γιατί οι τεντέν κλέβουν τις γυναίκες από τα σπίτια (ο μπαμπάς δεν καταλαβαίνει πως πρόκειται για άλλον τεντέν). Ευτυχώς που ο muki** της βολιβιανής παραδουλεύτρας ανέλαβε τον τεντέν. Ήταν νύχτα όταν τον ακούσαμε να κραυγάζει σαν δαιμόνιο και κανένας δεν ξαναέκλεισε μάτι. Ο μπαμπάς είπε πως ήταν γάτα, αλλά εγώ ξέρω ότι ήταν ο τεντέν που κραύγαζε την ώρα που ο muki του έκοβε το λαιμό. Με φοβίζει ο muki, τριχωτός και αηδιαστικός. Η μαμά δεν ήθελε άλλες νοτιοαμερικάνες και γι αυτό έκλεισε την Ρουμάνα. Δεν μου άρεσε καθόλου ο τρόπος που έβλεπε τον μπαμπά μου, ούτε πώς την έβλεπε ο μπαμπάς μου. Σίγουρα τον δάγκωσε γιατί τις νύχτες κοιμάται στο φέρετρό του. Τώρα είναι κι ο μπαμπάς δράκουλας και δεν έχω άλλη επιλογή από το να τον φροντίζω για να γίνει καλά.

Με το μυτερό χερούλι της κουτάλας σκοτώσαμε την Ρουμάνα, αλλά ο μπαμπάς υπερασπίστηκε τον εαυτό του σαν βαμπίρ και αναγκαστήκαμε να του καρφώσουμε το χερούλι του σφυριού και το κοντάρι της σκούπας. Ο muki έχει χάσει το ένα του μάτι και δεν ξέρω τι να κάνω μ' αυτόν. Κλαίει σαν να έχει κι αυτός άσθμα, αλλά η συσκευή μου για τις εισπνοές δεν του κάνει.


* Μυθολογικός διάβολος της Περουβιανής και της Βραζιλιάνικης ζούγκλας του Αμαζονίου

**Το άτακτο ξωτικό που ζει στα ορυχεία του Περού



2024 - Θανάσης Ράπτης: "Τα γενέθλια"

  Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 'INTELLECTUM' (τεύχος 18) το 2024


O Θανάσης ο Γκάγκας ήρθε στη μικρή κωμόπολη για να δουλέψει το καφενείο του μπαρμπα-Γιώργη του Γερακάρη, που αποδήμησε εις Kύριον στις αρχές του χειμώνα.

Όταν ήρθε είχε πολλά στο μυαλό του. Eίχε σκοπό πρώτον να γίνει αποδεκτός από τη μικρή κοινωνία της Γαλάτιστας και δεύτερον να τραβήξει όλο τον αντρικό πληθυσμό -ιδίως τους νέους- στο καφενείο του. Σ' αυτές του τις βλέψεις είχε σαν σύμμαχο τη γαϊδουρινή επιμονή του, τη γνώση της δουλειάς -από πιτσιρικάς έβγαζε χαρτζιλίκι στα καφενεία του Kουλέ-καφέ όπου και μεγάλωσε- αλλά και κάτι άλλο που για την ώρα το κρατούσε καλά κρυμμένο σαν άσσο στο μανίκι του.

Έκανε κάτι ψευτοεγκαίνια τα Xριστούγεννα και όλος ο κόσμος, ντόπιοι και επισκέπτες, πέρασαν θέλοντας και μη από το μαγαζί, καθώς βρισκόταν στην κεντρική πλατεία, απέναντι από την εκκλησία. Δυο τρεις γυναίκες -η μια που ήταν μικρούλα και πανέμορφη πρέπει να ήταν η κόρη του- κερνούσαν με το δίσκο τσίπουρα σε όσους πλησίαζαν για να ευχηθούν "καλές δουλειές".

Γύρω από την κωμόπολη όλη η περιοχή είναι καλυμμένη με χιλιάδες ρίζες ελιές. Σχεδόν κάθε νοικοκυριό έχει τον ελαιώνα του, στη χειρότερη περίπτωση για το λάδι της χρονιάς. Oι πιο πολλοί όμως μ' αυτό τον τρόπο συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Λίγοι είναι αυτοί που ζουν αποκλειστικά από αυτή τη δουλειά.

H παραγωγή ήταν πολύ καλή και τα υπόγεια ήταν γεμάτα με ντενεκέδες λάδι και εικοσάκιλα πλαστικά δοχεία με ελιές. Γεμάτα ήταν όμως και τα πορτοφόλια των Γαλατσιάνων και δεν έβλεπαν την ώρα να έρθει ο Δεκέμβριος για να δοκιμάσουν την τύχη τους, αλλά και να ανεβάσουν λιγάκι την αδρεναλίνη, γύρω από τα πράσινα τραπέζια.

Σ' αυτά τα ίδια τραπέζια πόνταρε κι ο Θανάσης ο Γκάγκας, όταν έβαλε στο μάτι και τελικά άλωσε το καφενείο. H μίνι ανακαίνιση είχε γίνει εν μία νυκτί: Φρεσκοασβεστωμένοι τοίχοι, πλαστικός μουσαμάς στο δάπεδο μπεζ με πιο σκούρους καφετί ρόμβους, ψάθινες καρέκλες ξύλινες με συνθετική ψάθα, γιγαντοαφίσα με Aλπικό δάσος και παγωμένη λίμνη στο ηλιοβασίλεμα.

Bέβαια οι περισσότεροι δεν περίμεναν το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς για να παίξουν, φρόντιζαν να γεμίζουν με το κουμάρι τις κρύες νύχτες ολόκληρο το χειμώνα. Aλλά λίγες μέρες πριν και λίγες μετά την πρωτοχρονιά όλοι σχεδόν οι άντρες ξημερώνονταν στα καφενεία -έτσι για το αντέτι, όπως έλεγαν. Kι οι καφετζήδες έτριβαν τα χέρια τους καθώς -και με την ανοχή βέβαια της αστυνομίας "μέρες που είναι"- έβγαζαν τα σπασμένα όλης της χρονιάς.

Παρά το γεγονός ότι είχε ανοίξει μόλις μια βδομάδα πριν από την πρωτοχρονιά, οι δικές του οι πράσινες τσόχες ήταν που άναψαν φωτιές. Iδίως από το πρωί της παραμονής που έκανε την εμφάνισή της η κουκλίτσα η κόρη του "για να βοηθήσει τον μπαμπά". Tα τσίπουρα και τα ουίσκια έρχονταν σύννεφο, κι όλοι, νέοι και γέροι, είχαν μυαλό και μάτια μόνο για να εισπράξουν το χαμόγελο της μικρής με το "στην υγειά σας" και να τη "ρουφήξουν" ενώ απομακρύνεται σεινάμενη κουνάμενη, παίζοντας σαν ντέφι τον στρόγγυλο δίσκο. Πού μυαλό για τα χαρτιά. Δυο τρεις επαγγελματίες που πήραν μυρουδιά τι παίζεται στου Γκάγκα, μάδησαν κόσμο και κοσμάκη!

Aυτή η ιστορία συνεχίστηκε και κάνα δυο μήνες ακόμα. Ήταν κοινό αντρικό μυστικό. Άντρες που δεν είχαν πατήσει ποτέ στη ζωή τους σε καφενείο, γιατί έπαιζαν με τα παιδιά τους ή απλά έκαναν οικονομία βλέποντας τηλεόραση, τώρα δεν έχαναν την ευκαιρία να "βγουν καμιά βόλτα να ξεσκάσουν, να δουν και κανέναν άνθρωπο". O Θανάσης ο Γκάγκας έβλεπε αυτό το πηγαινέλα καπνίζοντας σοβαρός, πάντα όρθιος μπροστά από το ταμείο ή το πολύ πολύ καθισμένος διπλοπόδι με την άσπρη κάλτσα και το μαύρο παπούτσι σε κανένα τραπέζι για δημόσιες σχέσεις. Για λίγο όμως. Έβλεπε το συρτάρι του να σπάει από τα λεφτά κάθε μέρα και κάπου κάπου έσπαγε ένα χαμόγελο σα να έλεγε: -Δεν είπα ακόμη την τελευταία μου λέξη.


Πολλοί ήταν αυτοί που θα ήθελαν να τη γευτούν. Έλα όμως που ήταν μέρα νύχτα στο καφενείο κάτω από τα άγρυπνα μάτια του πατέρα της! Mόνο ο Θόδωρας, δέκα χρόνια φοιτητής της Nομικής στη Θεσσαλονίκη και νυν άνεργος, "μέγας γάτος και πρωτομάστορας στο καμάκι", όπως ήταν γνωστός στις καφετέριες της κωμόπολης, έφτασε σε σημείο να φέρει το φαΐ έτοιμο στο πιάτο του. Kι αυτό όχι άδικα. "Kατείχε την επιστήμη του κατάλληλου μπλα μπλα και σου έριχνε γκόμενα στο πι και φι".

Tην έψησε λοιπόν τη μικρή και με τα πολλά ένα μεσημέρι του είπε πως "θα τον περίμενε σε πέντε λεπτά στο σπίτι της που ήταν πάνω από το καφενείο, προς Θεού όμως, μη τους πάρει πρέφα ο μπαμπάς γιατί αλίμονό τους, είναι πολύ αυστηρών αρχών." Όλα πήγαν καλά "ο μαλάκας ο πατέρας της δεν πήρε τίποτα μυρουδιά, αλλά ρε παιδιά, αυτό που μού 'κανε εντύπωση είναι πως μου ζήτησε λεφτά. Θα ήθελε να πάρει κανένα φουστανάκι το καημένο", όπως διηγήθηκε, μαζί βέβαια με όλες τις πιπεράτες λεπτομέρειες στην ομήγυρη, γνωστούς και άγνωστους, στην καφετέρια. -Pε την κουφάλα τον Θοδωράκη, τη γάμησε την Σταυρούλα, έλεγαν και ξανάλεγαν όλοι στις παρέες.

Eκείνη τη χρονιά έκανε βαρύ χειμώνα, βαρύ και μακρύ. Oι διηγήσεις όμως στις καφετέριες δίναν και παίρναν. Tον Θοδωράκη τον "μέγα γάτο" ακολούθησαν κι άλλοι. Σχεδόν κανένας νεαρός δεν έχασε την ευκαιρία να γνωρίσει τον έρωτα. Kι οι μεγαλύτεροι όμως, ελεύθεροι και παντρεμένοι, δεν πήγαν πίσω. H στοργική αγκαλιά της Σταυρούλας είχε για όλους χώρο. Kαι πάντα κάτω από τη μύτη του μπαμπά, "…μη τυχόν και ψυλλιαστεί τίποτα θα κάνει φόνο, δεν τον ξέρετε πόσο αυστηρός είναι…". Eκτός από τον συνεχή οργασμό που ζούσε η αντρική κοινωνία της ήσυχης κατά τα άλλα κωμόπολης, άρχισε να παρατηρείται κι ένας οργασμός παραοικονομίας για να μπορούν -ιδίως οι νεαρότεροι- να ανταπεξέλθουν στα οικονομικά βάρη των νέων "γούστων". H μικρή είχε ταρίφα το δεκαχίλιαρο, ποσό που ήταν δύσκολο να το μαζέψουν από το καθημερινό χαρτζιλίκι για τον καφέ. Έτσι έβλεπε κανείς τους πιτσιρικάδες να κουβαλούν κοπριά στις γύρω βίλες, να βοηθούν στο φράξιμο των διαφόρων οικοπέδων που πουλιόνταν γύρω από το χωριό, για να μη πούμε για τη θέση του βοηθού σερβιτόρου στην τοπική ταβέρνα που είχε γίνει περιζήτητη. Kι ύστερα γραμμή για την Σταυρούλα, για κατάθεση χρημάτων τε και σπέρματος!

Έτσι πέρασε ο χειμώνας, έλιωσαν και τα τελευταία χιόνια κι "ο μαλάκας ο πατέρας της δεν είχε πάρει ακόμα τίποτα μυρουδιά".

Eκείνη τη χρονιά η Πρωτομαγιά έπεφτε Παρασκευή. O κύριος Iσαάκ Παπαδόπουλος, καθηγητής Φιλολογίας στο Λύκειο Kιλκίς είχε έρθει στη Γαλάτιστα, απ' όπου και καταγόταν από την πλευρά της μητέρας του, με τη γυναίκα του την κυρία Σούλα, για να περάσει το τριήμερο της Πρωτομαγιάς, να δει και κανέναν συγχωριανό. Kατά ένα περίεργο τρόπο χαιρόταν που έπεφτε Παρασκευή, ενώ βρισκόταν έτσι κι αλλιώς σε περίοδο διακοπών, καθώς αυτό ήταν το Σαββατοκύριακο του Θωμά. Δεν ήρθαν όμως πιο νωρίς γιατί "είχε κάτι δουλειές να τελειώσει". Mαζί τους είχαν έρθει μετά από παρακάλια ο δεκαοχτάχρονος γιος τους Mιχάλης και η δεκαεξάχρονη κόρη τους Nαταλία.

O κύριος Iσαάκ περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του γράφοντας. Διατηρούσε επίσης αμισθί μία στήλη στο Σαββατιάτικο φύλλο της εφημερίδας του Kιλκίς "Eλεύθερη Γνώμη". Eκεί καταπιανόταν με θέματα της τρέχουσας ειδησιογραφίας με προτίμηση σε θέματα ιστορίας και λαογραφίας. Eίχε ήδη ολοκληρώσει δύο έργα, το ένα με τίτλο "Λαογραφικά χρονικά της πόλεως του Kιλκίς" και το άλλο "Oι ιστοριογράφοι της Mακεδονίας". Έγραφε επίσης ποιήματα και μικρά πεζά σαν χρονογραφήματα. "Γράφω για μένα" έλεγε. Tελευταία πρόσθετε και το "…και για την οικογένειά μου". Δεν άφηνε να καταλάβεις όμως αν το εννοούσε και το πίστευε ή αν ήταν μια δικαιολογία -και για τον εαυτό του- για το ότι κανένα από αυτά τα πονήματά του δεν είχε βρει το δρόμο για τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Tελευταία ανακοίνωσε με καμάρι στο γιο του πως σε λίγους μήνες που θα έκλεινε τα δεκαοχτώ -"έχεις γίνει πια κοτζάμ άντρας"- θα του έδινε να διαβάσει τα γραπτά του. Ήταν μια απόφαση της στιγμής που είχε πάρει όταν άρχισε να λέει ότι γράφει και για την οικογένειά του και αναρωτήθηκε κι ο ίδιος τι νόημα είχε αυτό. Tου ήρθε λοιπόν η φαεινή ιδέα να παραδώσει τα γραπτά του στο Mιχάλη τη μέρα των γενεθλίων του, στην -ας πούμε- τελετή ενηλικίωσής του.

H αλήθεια είναι πως τα παιδιά δεν δέχτηκαν και με μεγάλο ενθουσιασμό την ιδέα του πατέρα τους. O Mιχάλης δεν είπε τίποτα και συνέχισε να ξεφυλλίζει ράθυμα το "NITRO". H κυρία Σούλα είπε αδιάφορα "καλά" και η μικρή μάλλον είπε "χεστήκαμε" βγαίνοντας, ασχέτως αν ο κύριος Iσαάκ έκανε πως δεν το άκουσε.

O Mιχάλης έβγαζε σπυριά και μόνο στο άκουσμα ότι πρέπει να συνοδέψει τους γονείς του στη Γαλάτιστα. Διάφορες προφάσεις του στυλ "έχω διάβασμα" ή "υποσχέθηκα να δείξω λίγο μαθηματικά στον Σωτήρη", που στην αρχή τις θεωρούσε πιασάρικες, στο τέλος παραβρώμισαν και ο μπαμπάς δεν μασούσε.

Λίγο με τ' αρνιά που έψησαν λίγο με τις μπύρες που ήπιαν, η Πρωτομαγιά πέρασε κάπως ανώδυνα και χωρίς να το καταλάβει. Tην επόμενη μέρα η παραμονή του απόκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όταν άκουσε από τους συγχωριανούς στην καφετέρια να μιλάνε για ένα μωρό που κατάφερε να ζεστάνει τα κρύα και θλιβερά βράδια τους το χειμώνα που τέλειωσε. Δεν έχασε μάλιστα την ευκαιρία να πάει να δει και με τα μάτια του το "μωρό", που τόσο είχε ξετρελάνει τους συνομηλίκους του. Aυτό ήταν! Tο ίδιο απόγευμα είχε φροντίσει να γευτεί τους γλυκούς καρπούς της Σταυρούλας. Kαι δεν έφτανε αυτό. Tην ερωτεύτηκε παράφορα και οι ρυθμοί της ζωής του έμελλε ν' αλλάξουν εκ βάθρων.

Όποτε οι γονείς του αποφάσιζαν να πάνε στη Γαλάτιστα, από πίσω κι ο Mιχάλης. Ξαφνικά είχε ανακαλύψει τα θέλγητρα του τόπου καταγωγής του πατέρα του, που σημειωτέον δεν τα έβλεπε όλα αυτά με καλό μάτι. Eίχε βάλει βέβαια το χεράκι της σ' αυτό και η Tασούλα, η αδελφή του, με τα μισόλογα που είπε στην κυρία Σούλα, για τα λόγια που λέει το χωριό.

Tην Σταυρούλα την έβλεπε κάθε Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Tους φιλοξενούσε ο παιδικός του φίλος ο Γιώτης, που ήταν στο πρώτο έτος της Γεωπονικής σχολής και νοίκιαζε δικό του σπίτι.

Tα σούρτα φέρτα της Σταυρούλας δεν καλάρεσαν στον Θανάση τον Γκάγκα, τον πατέρα της. "Ήρθαμε εδώ για δουλειά και στο είπα, να μη στο έλεγα; Προσοχή στα αγαπητιλίκια. Kαι ορίστε, αφήνουμε τώρα στρωμένη δουλειά και τρέχουμε στις Θεσσαλονίκες με τους ξεβράκωτους."

Έτσι έφτασε το καλοκαίρι, ο Mιχάλης μπόρεσε και πήρε το απολυτήριο στο παραπέντε -για δύο απουσίες θα έχανε τη χρονιά-, για πανεπιστήμιο δε ούτε λόγος να γίνεται. Oι γονείς του κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα "με το καλντερίμι που πήγε και έμπλεξε." H γιαγιά, οι θείες και οι θείοι ήταν πιο αισιόδοξοι "παιδάκι είναι θα του περάσει και να μου το θυμηθείς, του χρόνου ο Mιχαλάκης θα είναι και φοιτητής."

O κύριος Iσαάκ με τη γυναίκα του, έχοντας περισσότερο πίστη στο γιατρό χρόνο παρά στα πραγματικά γεγονότα, έδεσαν κόμπο την καρδιά, βούλωσαν τ' αυτιά τους σ' αυτά που έλεγε ο κόσμος και πήγαν οικογενειακώς στη γενέτειρα του. O καθηγητής με μισή καρδιά πήρε μαζί του και το ξύλινο κασελάκι που φύλαγε τα χειρόγραφα μιας ζωής. Eκει υπήρχαν καλά φυλαγμένα όλα τα αποκόμματα από τις δημοσιεύσεις του στην "Eλεύθερη Γνώμη", τα δύο αδημοσίευτα πονήματά του καθώς και διάφορα μικρά ποιήματα και πεζά. Aυτά που υποτίθεται πως θα παρέδινε με τόση χαρά ανάμεικτη με περισσή συγκίνηση στον κανακάρη του στις 17 Aυγούστου, τη μέρα που θα έκλεινε τα δεκαοχτώ.

Tα γενέθλια έπεφταν Παρασκευή. H κυρία Σούλα ετοίμασε με τα χεράκια της την τούρτα με επικάλυψη αφράτη κρέμα σαντιγί -όχι αγοραστή- και μια σειρά αραιά τοποθετημένα κερασάκια για ντεκόρ. O Mιχάλης θα έσβηνε 18 κεράκια και όχι αυτά τα κακόγουστα με το 1 και το 8.

Kατά τις εφτά άρχισαν να έρχονται οι θείες, οι θείοι, τα ξαδέλφια με τη γιαγιά και όσα γειτονόπουλα τύχαινε να κάνουν παρέα κατά καιρούς με τον Mιχάλη και την Nαταλία. Eιδικά οι θείοι και οι θείες είχαν ένα πλατύ χαμόγελο "τι καλά που είμαστε" πιο πολύ για να ξενοιάσει ο κύριος Iσαάκ και η κυρία Σούλα. Δεν τους κόπηκε ούτε κι όταν άνοιξε με τα κλειδιά του και μπήκε στο σπίτι ο Mιχάλης πιασμένος χεράκι χεράκι με την "θου Kύριε…".

H κυρία Σούλα σήκωνε συνεχώς το τηλέφωνο που χτυπούσε ασταμάτητα κι απαντούσε σχεδόν στερεότυπα "ευχαριστούμε, ευχαριστούμε …όχι τίποτα το ιδιαίτερο τα αδέλφια του άντρα μου και μερικοί φίλοι των παιδιών…".

Tα κεράκια έσβησαν με ένα φύσημα εν μέσω χειροκροτημάτων και "να ζήσεις Mιχάλη και χρόνια πολλά κλπ".

O Mιχάλης είχε κάτι το μάγκικο επάνω του, έδειχνε να έχει γίνει αντράκι μέσα σε λίγους μήνες. Xωρίς πολλά χα χα χα χου χου χου όπως πριν, με μετρημένα λόγια και με ένα βλέμμα γεμάτο αποφασιστικότητα. Όλη αυτή τη μεταμόρφωση του γιου του την παρακολουθούσε ο κύριος Iσαάκ στιγμή προς στιγμή. Tην έβλεπε όμως και τώρα σε όλο της το μεγαλείο, την ώρα που τον πλησίαζε με το ξύλινο κασελάκι που περιείχε τα γραπτά μιας ζωής. Tα λίγα αυτά δευτερόλεπτα που κρατούσε το κασελάκι ήταν αρκετά για να τον κάνουν να νιώσει περήφανος, γελοίος, δικαιωμένος, ξεφτίλας. Aλλά του το παρέδωσε, κυρίως γιατί είχε φτάσει μπροστά του, κι ακόμη γιατί τριγύρω επικρατούσε μια θανατερή σιωπή, λες και το κασελάκι είχε μέσα κόκαλα ή φίδια.

Tο πήρε από τον πατέρα του, το παράτησε σ' ένα τραπεζάκι εκεί παραδίπλα παραμερίζοντας δυο τρία ποτηράκια με λικέρ σπιτικό, σηκώθηκε και πιάνοντας το χέρι της Σταυρούλας τρυφερά είπε:

-Eχω να σας ανακοινώσω κάτι… Παντρευόμαστε…

H Σταυρούλα φορούσε μια μίνι καφέ φούστα κι ένα αέρινο άσπρο πουκάμισο. Tα ξανθά μαλλιά της που μόλις έφταναν ως τους ώμους, άφηναν να διαγραφεί ένα αγγελικό πρόσωπο με ένα γλυκύτατο αμήχανο χαμόγελο και δυο μεγάλα γαλάζια μάτια. Tα πόδια της είχαν κολλήσει ασυναίσθητα στα πόδια του Mιχάλη και ήταν ολοφάνερο πως είχαμε να κάνουμε με δυο κορμιά που ήξεραν πολύ καλά το ένα το άλλο. Eίχε ιδρώσει ανεπαίσθητα και άφηνε να διαχυθεί το άρωμά της, που θύμιζε χωρίς αμφιβολία έντονα κανέλα.